βοσκάω / βοσκώ (boskao) — to graze, pasture

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βοσκάω / βοσκώ — to graze; to pasture

All three present forms βόσκω, βοσκώ and βοσκάω are accepted. This table follows the -ώ / -άω pattern.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βοσκάω / βοσκώ βοσκιέμαι
εσύ — you βοσκάς βοσκιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βοσκάει, βοσκά βοσκιέται
εμείς — we βοσκάμε, βοσκούμε βοσκιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βοσκάτε βοσκιέστε, βοσκιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βοσκάν(ε), βοσκούν(ε) βοσκιούνται, βοσκιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βοσκούσα, βόσκαγα βοσκιόμουν(α)
εσύ — you βοσκούσες, βόσκαγες βοσκιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βοσκούσε, βόσκαγε βοσκιόταν(ε)
εμείς — we βοσκούσαμε, βοσκάγαμε βοσκιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βοσκούσατε, βοσκάγατε βοσκιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βοσκούσαν(ε), βόσκαγαν, βοσκάγανε βοσκιόνταν(ε), βοσκιούνταν, βοσκιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βόσκησα βοσκήθηκα
εσύ — you βόσκησες βοσκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βόσκησε βοσκήθηκε
εμείς — we βοσκήσαμε βοσκηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βοσκήσατε βοσκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βόσκησαν, βοσκήσαν(ε) βοσκήθηκαν, βοσκηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βοσκήσει έχω βοσκηθεί
εσύ — you έχεις βοσκήσει έχεις βοσκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βοσκήσει έχει βοσκηθεί
εμείς — we έχουμε βοσκήσει έχουμε βοσκηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βοσκήσει έχετε βοσκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βοσκήσει έχουν βοσκηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βοσκήσει είχα βοσκηθεί
εσύ — you είχες βοσκήσει είχες βοσκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βοσκήσει είχε βοσκηθεί
εμείς — we είχαμε βοσκήσει είχαμε βοσκηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βοσκήσει είχατε βοσκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βοσκήσει είχαν βοσκηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βοσκάω, θα βοσκώ θα βοσκιέμαι
εσύ — you θα βοσκάς θα βοσκιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βοσκάει, θα βοσκά θα βοσκιέται
εμείς — we θα βοσκάμε, θα βοσκούμε θα βοσκιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βοσκάτε θα βοσκιέστε, θα βοσκιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βοσκάν(ε), θα βοσκούν(ε) θα βοσκιούνται, θα βοσκιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βοσκήσω θα βοσκηθώ
εσύ — you θα βοσκήσεις θα βοσκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βοσκήσει θα βοσκηθεί
εμείς — we θα βοσκήσουμε, θα βοσκήσομε θα βοσκηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βοσκήσετε θα βοσκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βοσκήσουν(ε) θα βοσκηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βοσκήσει θα έχω βοσκηθεί
εσύ — you θα έχεις βοσκήσει θα έχεις βοσκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βοσκήσει θα έχει βοσκηθεί
εμείς — we θα έχουμε βοσκήσει θα έχουμε βοσκηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βοσκήσει θα έχετε βοσκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βοσκήσει θα έχουν βοσκηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βοσκάω, να βοσκώ να βοσκιέμαι
εσύ — you να βοσκάς να βοσκιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βοσκάει, να βοσκά να βοσκιέται
εμείς — we να βοσκάμε, να βοσκούμε να βοσκιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βοσκάτε να βοσκιέστε, να βοσκιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βοσκάν(ε), να βοσκούν(ε) να βοσκιούνται, να βοσκιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βοσκήσω να βοσκηθώ
εσύ — you να βοσκήσεις να βοσκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βοσκήσει να βοσκηθεί
εμείς — we να βοσκήσουμε, να βοσκήσομε να βοσκηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να βοσκήσετε να βοσκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βοσκήσουν(ε) να βοσκηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βοσκήσει να έχω βοσκηθεί
εσύ — you να έχεις βοσκήσει να έχεις βοσκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βοσκήσει να έχει βοσκηθεί
εμείς — we να έχουμε βοσκήσει να έχουμε βοσκηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βοσκήσει να έχετε βοσκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βοσκήσει να έχουν βοσκηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βόσκα βοσκάτε — —
Simple βόσκησε βοσκήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Animals graze: τα πρόβατα βόσκουν. A person can also pasture or tend animals: βόσκω τα πρόβατα.
  • Both present patterns share the perfective series: βόσκησα, να βοσκήσω, έχω βοσκήσει.
  • Passive forms refer to being pastured or grazed, depending on the subject. They are uncommon with first- and second-person human subjects.
  • βόσκοντας / βοσκώντας — grazing; έχοντας βοσκήσει — having grazed.
  • βοσκημένος, βοσκημένη, βοσκημένο is an agreeing participle and not an interchangeable perfect tense.
  • Correct singular simple imperative: βόσκησε, not βοσκήσε. Negative: μη βόσκεις / μη βοσκάς; μη βοσκήσεις.

Τα πρόβατα βόσκουν στο λιβάδι.

The sheep are grazing in the meadow.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βόσκω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/boskao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /boskao/