κατακτάω (kataktao) — to conquer; to win

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κατακτάω — to conquer; to win.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατακτάω, κατακτώ κατακτιέμαι
εσύ — you κατακτάς κατακτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατακτάει, κατακτά κατακτιέται
εμείς — we κατακτάμε, κατακτούμε κατακτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κατακτάτε κατακτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατακτάν(ε), κατακτούν(ε) κατακτιούνται, κατακτιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατακτούσα κατακτιόμουν(α)
εσύ — you κατακτούσες κατακτιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατακτούσε κατακτιόταν(ε)
εμείς — we κατακτούσαμε κατακτιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κατακτούσατε κατακτιόσαστε, κατακτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατακτούσαν(ε) κατακτιόνταν(ε), κατακτιούνταν, κατακτιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέκτησα κατακτήθηκα
εσύ — you κατέκτησες κατακτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέκτησε κατακτήθηκε
εμείς — we κατακτήσαμε κατακτηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κατακτήσατε κατακτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέκτησαν, κατακτήσαν(ε) κατακτήθηκαν, κατακτηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κατακτήσει έχω κατακτηθεί
εσύ — you έχεις κατακτήσει έχεις κατακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κατακτήσει έχει κατακτηθεί
εμείς — we έχουμε κατακτήσει έχουμε κατακτηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κατακτήσει έχετε κατακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κατακτήσει έχουν κατακτηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κατακτήσει είχα κατακτηθεί
εσύ — you είχες κατακτήσει είχες κατακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κατακτήσει είχε κατακτηθεί
εμείς — we είχαμε κατακτήσει είχαμε κατακτηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κατακτήσει είχατε κατακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κατακτήσει είχαν κατακτηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατακτάω, θα κατακτώ θα κατακτιέμαι
εσύ — you θα κατακτάς θα κατακτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατακτάει, θα κατακτά θα κατακτιέται
εμείς — we θα κατακτάμε, θα κατακτούμε θα κατακτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κατακτάτε θα κατακτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατακτάν(ε), θα κατακτούν(ε) θα κατακτιούνται, κατακτιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατακτήσω θα κατακτηθώ
εσύ — you θα κατακτήσεις θα κατακτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατακτήσει θα κατακτηθεί
εμείς — we θα κατακτήσουμε, θα κατακτήσομε θα κατακτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κατακτήσετε θα κατακτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατακτήσουν(ε) θα κατακτηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κατακτήσει θα έχω κατακτηθεί
εσύ — you θα έχεις κατακτήσει θα έχεις κατακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κατακτήσει θα έχει κατακτηθεί
εμείς — we θα έχουμε κατακτήσει θα έχουμε κατακτηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κατακτήσει θα έχετε κατακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κατακτήσει θα έχουν κατακτηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατακτάω, να κατακτώ να κατακτιέμαι
εσύ — you να κατακτάς να κατακτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατακτάει, να κατακτά να κατακτιέται
εμείς — we να κατακτάμε, να κατακτούμε να κατακτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κατακτάτε να κατακτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατακτάν(ε), να κατακτούν(ε) να κατακτιούνται, κατακτιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατακτήσω να κατακτηθώ
εσύ — you να κατακτήσεις να κατακτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατακτήσει να κατακτηθεί
εμείς — we να κατακτήσουμε, να κατακτήσομε να κατακτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κατακτήσετε να κατακτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατακτήσουν(ε) να κατακτηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κατακτήσει να έχω κατακτηθεί
εσύ — you να έχεις κατακτήσει να έχεις κατακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κατακτήσει να έχει κατακτηθεί
εμείς — we να έχουμε κατακτήσει να έχουμε κατακτηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κατακτήσει να έχετε κατακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κατακτήσει να έχουν κατακτηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατάκτα κατακτάτε — —
Simple κατάκτησε κατακτήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κατακτάω / κατακτώ can mean to conquer territory or win a position, achievement, or someone’s affection. The usual past is κατέκτησα; κατάκτησα is a rare alternative. Learned passive κατακτώμαι, κατακτάται, κατακτώνται occurs especially in formal writing.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κατέκτησε την πρώτη θέση.

She won first place.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατακτάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kataktao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kataktao/