Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βομβαρδίζω — to bombard; to bomb
Also used figuratively: βομβαρδίζω κάποιον με ερωτήσεις or πληροφορίες.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βομβαρδίζω | βομβαρδίζομαι |
| εσύ — you | βομβαρδίζεις | βομβαρδίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βομβαρδίζει | βομβαρδίζεται |
| εμείς — we | βομβαρδίζουμε, βομβαρδίζομε | βομβαρδιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βομβαρδίζετε | βομβαρδίζεστε, βομβαρδιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βομβαρδίζουν(ε) | βομβαρδίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βομβάρδιζα | βομβαρδιζόμουν(α) |
| εσύ — you | βομβάρδιζες | βομβαρδιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βομβάρδιζε | βομβαρδιζόταν(ε) |
| εμείς — we | βομβαρδίζαμε | βομβαρδιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βομβαρδίζατε | βομβαρδιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βομβάρδιζαν, βομβαρδίζαν(ε) | βομβαρδίζονταν, βομβαρδιζόντανε, βομβαρδιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βομβάρδισα | βομβαρδίστηκα |
| εσύ — you | βομβάρδισες | βομβαρδίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βομβάρδισε | βομβαρδίστηκε |
| εμείς — we | βομβαρδίσαμε | βομβαρδιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βομβαρδίσατε | βομβαρδιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βομβάρδισαν, βομβαρδίσαν(ε) | βομβαρδίστηκαν, βομβαρδιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βομβαρδίσει | έχω βομβαρδιστεί |
| εσύ — you | έχεις βομβαρδίσει | έχεις βομβαρδιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βομβαρδίσει | έχει βομβαρδιστεί |
| εμείς — we | έχουμε βομβαρδίσει | έχουμε βομβαρδιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βομβαρδίσει | έχετε βομβαρδιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βομβαρδίσει | έχουν βομβαρδιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βομβαρδίσει | είχα βομβαρδιστεί |
| εσύ — you | είχες βομβαρδίσει | είχες βομβαρδιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βομβαρδίσει | είχε βομβαρδιστεί |
| εμείς — we | είχαμε βομβαρδίσει | είχαμε βομβαρδιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βομβαρδίσει | είχατε βομβαρδιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βομβαρδίσει | είχαν βομβαρδιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βομβαρδίζω | θα βομβαρδίζομαι |
| εσύ — you | θα βομβαρδίζεις | θα βομβαρδίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βομβαρδίζει | θα βομβαρδίζεται |
| εμείς — we | θα βομβαρδίζουμε, θα βομβαρδίζομε | θα βομβαρδιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βομβαρδίζετε | θα βομβαρδίζεστε, θα βομβαρδιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βομβαρδίζουν(ε) | θα βομβαρδίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βομβαρδίσω | θα βομβαρδιστώ |
| εσύ — you | θα βομβαρδίσεις | θα βομβαρδιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βομβαρδίσει | θα βομβαρδιστεί |
| εμείς — we | θα βομβαρδίσουμε / θα βομβαρδίσομε | θα βομβαρδιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βομβαρδίσετε | θα βομβαρδιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βομβαρδίσουν(ε) | θα βομβαρδιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βομβαρδίσει | θα έχω βομβαρδιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις βομβαρδίσει | θα έχεις βομβαρδιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βομβαρδίσει | θα έχει βομβαρδιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βομβαρδίσει | θα έχουμε βομβαρδιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βομβαρδίσει | θα έχετε βομβαρδιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βομβαρδίσει | θα έχουν βομβαρδιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βομβαρδίζω | να βομβαρδίζομαι |
| εσύ — you | να βομβαρδίζεις | να βομβαρδίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βομβαρδίζει | να βομβαρδίζεται |
| εμείς — we | να βομβαρδίζουμε, να βομβαρδίζομε | να βομβαρδιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βομβαρδίζετε | να βομβαρδίζεστε, να βομβαρδιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βομβαρδίζουν(ε) | να βομβαρδίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βομβαρδίσω | να βομβαρδιστώ |
| εσύ — you | να βομβαρδίσεις | να βομβαρδιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βομβαρδίσει | να βομβαρδιστεί |
| εμείς — we | να βομβαρδίσουμε, να βομβαρδίσομε | να βομβαρδιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βομβαρδίσετε | να βομβαρδιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βομβαρδίσουν(ε) | να βομβαρδιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βομβαρδίσει | να έχω βομβαρδιστεί |
| εσύ — you | να έχεις βομβαρδίσει | να έχεις βομβαρδιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βομβαρδίσει | να έχει βομβαρδιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε βομβαρδίσει | να έχουμε βομβαρδιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βομβαρδίσει | να έχετε βομβαρδιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βομβαρδίσει | να έχουν βομβαρδιστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βομβάρδιζε | βομβαρδίζετε | — | — |
| Simple | βομβάρδισε | βομβαρδίστε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: βομβάρδισα; passive past: βομβαρδίστηκα.
- Simple future plural: θα βομβαρδίσουμε / θα βομβαρδίσομε. Θα βομβαρδίζομε is imperfective.
- βομβαρδίζοντας — bombarding; βομβαρδιζόμενος, βομβαρδιζόμενη, βομβαρδιζόμενο — being bombarded; έχοντας βομβαρδίσει — having bombarded.
- βομβαρδισμένος, βομβαρδισμένη, βομβαρδισμένο describes a state or result.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Negative: μη βομβαρδίζεις / μη βομβαρδίσεις. Passive commands are not ordinary learner instructions.
Τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις.
They bombarded him with questions.
Βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με πληροφορίες.
We are bombarded with information every day.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βομβαρδίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bombardizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/bombardizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.