ζητάω (zitao) — to ask for; request; seek

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Ζητάω βοήθεια.

I am asking for help.

Ζητάω / ζητώ means ask for, request or seek. To ask someone to do something, use να and a verb: σου ζητάω να περιμένεις means “I ask you to wait”.

Compare the meanings: ρωτάω / ρωτώ (rotao) — to ask

ζητάω / ζητώ — to ask for; request; seek.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζητάω, ζητώ ζητιέμαι
εσύ — you ζητάς ζητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζητάει, ζητά ζητιέται
εμείς — we ζητάμε, ζητούμε ζητιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζητάτε ζητιέστε, ζητιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζητάν(ε), ζητούν(ε) ζητιούνται, ζητιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζητούσα, ζήταγα ζητιόμουν(α)
εσύ — you ζητούσες, ζήταγες ζητιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζητούσε, ζήταγε ζητιόταν(ε)
εμείς — we ζητούσαμε, ζητάγαμε ζητιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζητούσατε, ζητάγατε ζητιόσαστε, ζητιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζητούσαν(ε), ζήταγαν, ζητάγανε ζητιόνταν(ε), ζητιούνταν, ζητιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζήτησα ζητήθηκα
εσύ — you ζήτησες ζητήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζήτησε ζητήθηκε
εμείς — we ζητήσαμε ζητηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζητήσατε ζητηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζήτησαν, ζητήσαν(ε) ζητήθηκαν, ζητηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζητήσει έχω ζητηθεί
εσύ — you έχεις ζητήσει έχεις ζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζητήσει έχει ζητηθεί
εμείς — we έχουμε ζητήσει έχουμε ζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζητήσει έχετε ζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζητήσει έχουν ζητηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζητήσει είχα ζητηθεί
εσύ — you είχες ζητήσει είχες ζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζητήσει είχε ζητηθεί
εμείς — we είχαμε ζητήσει είχαμε ζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζητήσει είχατε ζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζητήσει είχαν ζητηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζητάω, θα ζητώ θα ζητιέμαι
εσύ — you θα ζητάς θα ζητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζητάει, θα ζητά θα ζητιέται
εμείς — we θα ζητάμε, θα ζητούμε θα ζητιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζητάτε θα ζητιέστε, θα ζητιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζητάν(ε), θα ζητούν(ε) θα ζητιούνται, θα ζητιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζητήσω θα ζητηθώ
εσύ — you θα ζητήσεις θα ζητηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζητήσει θα ζητηθεί
εμείς — we θα ζητήσουμε, θα ζητήσομε θα ζητηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζητήσετε θα ζητηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζητήσουν(ε) θα ζητηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζητήσει θα έχω ζητηθεί
εσύ — you θα έχεις ζητήσει θα έχεις ζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζητήσει θα έχει ζητηθεί
εμείς — we θα έχουμε ζητήσει θα έχουμε ζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζητήσει θα έχετε ζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζητήσει θα έχουν ζητηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζητάω, να ζητώ να ζητιέμαι
εσύ — you να ζητάς να ζητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζητάει, να ζητά να ζητιέται
εμείς — we να ζητάμε, να ζητούμε να ζητιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζητάτε να ζητιέστε, να ζητιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζητάν(ε), να ζητούν(ε) να ζητιούνται, να ζητιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζητήσω να ζητηθώ
εσύ — you να ζητήσεις να ζητηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζητήσει να ζητηθεί
εμείς — we να ζητήσουμε, να ζητήσομε να ζητηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζητήσετε να ζητηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζητήσουν(ε) να ζητηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζητήσει να έχω ζητηθεί
εσύ — you να έχεις ζητήσει να έχεις ζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζητήσει να έχει ζητηθεί
εμείς — we να έχουμε ζητήσει να έχουμε ζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζητήσει να έχετε ζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζητήσει να έχουν ζητηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ζήτα (εσύ), ζητάτε (εσείς).

Simple: ζήτησε (εσύ); ζητήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • ζητάω asks for or seeks something; ρωτάω asks a question. The passive describes something requested, sought or in demand.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ζήτησα βοήθεια από έναν φίλο.

I asked a friend for help.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζητώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zitao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zitao/