Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
ρωτάω: core forms & usage
to ask
Ρωτάω and ρωτώ are alternatives. The aorist is ρώτησα and the simple future is θα ρωτήσω.
Ρωτάω τον δάσκαλο όταν δεν καταλαβαίνω.
I ask the teacher when I do not understand.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | ρωτάω, ρωτώ |
| you (singular) | ρωτάς |
| he / she / it | ρωτάει, ρωτά |
| we | ρωτάμε, ρωτούμε |
| you (plural or polite) | ρωτάτε |
| they | ρωτάν, ρωτάνε, ρωτούν, ρωτούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | ρωτούσα, ρώταγα |
| you (singular) | ρωτούσες, ρώταγες |
| he / she / it | ρωτούσε, ρώταγε |
| we | ρωτούσαμε, ρωτάγαμε |
| you (plural or polite) | ρωτούσατε, ρωτάγατε |
| they | ρωτούσαν, ρωτούσανε, ρώταγαν, ρωτάγανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | ρώτησα |
| you (singular) | ρώτησες |
| he / she / it | ρώτησε |
| we | ρωτήσαμε |
| you (plural or polite) | ρωτήσατε |
| they | ρώτησαν, ρωτήσαν, ρωτήσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα ρωτήσω |
| you (singular) | θα ρωτήσεις |
| he / she / it | θα ρωτήσει |
| we | θα ρωτήσουμε, θα ρωτήσομε |
| you (plural or polite) | θα ρωτήσετε |
| they | θα ρωτήσουν, θα ρωτήσουνε |
See this verb in use
Ρωτάω τον δάσκαλο για την άσκηση.
I am asking the teacher about the exercise.
Ρωτάω / ρωτώ is used for asking questions. Ζητάω is used for asking for something or requesting an action: ζητάω βοήθεια means “I ask for help”.
Compare the meanings: ζητάω (zitao) — to ask for; request; seek · απαντώ / απαντάω (apantao) — to answer, reply
ρωτάω / ρωτώ means “to ask.” Middle/passive ρωτιέμαι can mean “to be asked” or “to wonder.” For asking someone to do something, ζητάω is often the appropriate verb.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρωτάω, ρωτώ | ρωτιέμαι |
| εσύ — you | ρωτάς | ρωτιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρωτάει, ρωτά | ρωτιέται |
| εμείς — we | ρωτάμε, ρωτούμε | ρωτιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ρωτάτε | ρωτιέστε, ρωτιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρωτάν(ε), ρωτούν(ε) | ρωτιούνται, ρωτιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρωτούσα, ρώταγα | ρωτιόμουν(α) |
| εσύ — you | ρωτούσες, ρώταγες | ρωτιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρωτούσε, ρώταγε | ρωτιόταν(ε) |
| εμείς — we | ρωτούσαμε, ρωτάγαμε | ρωτιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ρωτούσατε, ρωτάγατε | ρωτιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρωτούσαν(ε), ρώταγαν, ρωτάγανε | ρωτιόνταν(ε), ρωτιούνταν, ρωτιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρώτησα | ρωτήθηκα |
| εσύ — you | ρώτησες | ρωτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρώτησε | ρωτήθηκε |
| εμείς — we | ρωτήσαμε | ρωτηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ρωτήσατε | ρωτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρώτησαν, ρωτήσαν(ε) | ρωτήθηκαν, ρωτηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ρωτήσει | έχω ρωτηθεί |
| εσύ — you | έχεις ρωτήσει | έχεις ρωτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ρωτήσει | έχει ρωτηθεί |
| εμείς — we | έχουμε ρωτήσει | έχουμε ρωτηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ρωτήσει | έχετε ρωτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ρωτήσει | έχουν ρωτηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ρωτήσει | είχα ρωτηθεί |
| εσύ — you | είχες ρωτήσει | είχες ρωτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ρωτήσει | είχε ρωτηθεί |
| εμείς — we | είχαμε ρωτήσει | είχαμε ρωτηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ρωτήσει | είχατε ρωτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ρωτήσει | είχαν ρωτηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ρωτάω, θα ρωτώ | θα ρωτιέμαι |
| εσύ — you | θα ρωτάς | θα ρωτιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ρωτάει, θα ρωτά | θα ρωτιέται |
| εμείς — we | θα ρωτάμε, θα ρωτούμε | θα ρωτιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ρωτάτε | θα ρωτιέστε, θα ρωτιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ρωτάν(ε), θα ρωτούν(ε) | θα ρωτιούνται, θα ρωτιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ρωτήσω | θα ρωτηθώ |
| εσύ — you | θα ρωτήσεις | θα ρωτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ρωτήσει | θα ρωτηθεί |
| εμείς — we | θα ρωτήσουμε, θα ρωτήσομε | θα ρωτηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ρωτήσετε | θα ρωτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ρωτήσουν(ε) | θα ρωτηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ρωτήσει | θα έχω ρωτηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ρωτήσει | θα έχεις ρωτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ρωτήσει | θα έχει ρωτηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ρωτήσει | θα έχουμε ρωτηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ρωτήσει | θα έχετε ρωτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ρωτήσει | θα έχουν ρωτηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ρωτάω, να ρωτώ | να ρωτιέμαι |
| εσύ — you | να ρωτάς | να ρωτιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ρωτάει, να ρωτά | να ρωτιέται |
| εμείς — we | να ρωτάμε, να ρωτούμε | να ρωτιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ρωτάτε | να ρωτιέστε, να ρωτιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ρωτάν(ε), να ρωτούν(ε) | να ρωτιούνται, να ρωτιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ρωτήσω | να ρωτηθώ |
| εσύ — you | να ρωτήσεις | να ρωτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ρωτήσει | να ρωτηθεί |
| εμείς — we | να ρωτήσουμε, να ρωτήσομε | να ρωτηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ρωτήσετε | να ρωτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ρωτήσουν(ε) | να ρωτηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ρωτήσει | να έχω ρωτηθεί |
| εσύ — you | να έχεις ρωτήσει | να έχεις ρωτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ρωτήσει | να έχει ρωτηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ρωτήσει | να έχουμε ρωτηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ρωτήσει | να έχετε ρωτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ρωτήσει | να έχουν ρωτηθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | ρώτα | ρωτάτε | — | ρωτιέστε |
| Simple | ρώτησε, ρώτα | ρωτήστε | ρωτήσου | ρωτηθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: ρωτώντας. Result participle: ρωτημένος, ρωτημένη, ρωτημένο (where the meaning permits).
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ρώτησα τη Μαρία τι ώρα είναι.
I asked Maria what time it was.
Ρωτιέμαι γιατί άργησε.
I wonder why he or she was late.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρωτώ.
https://moderngreekverbs.com/rotao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.