Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ρωτάω / ρωτώ — to ask

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

ρωτάω: core forms & usage

to ask

Ρωτάω and ρωτώ are alternatives. The aorist is ρώτησα and the simple future is θα ρωτήσω.

Ρωτάω τον δάσκαλο όταν δεν καταλαβαίνω.

I ask the teacher when I do not understand.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iρωτάω, ρωτώ
you (singular)ρωτάς
he / she / itρωτάει, ρωτά
weρωτάμε, ρωτούμε
you (plural or polite)ρωτάτε
theyρωτάν, ρωτάνε, ρωτούν, ρωτούνε

Imperfect

PersonForms
Iρωτούσα, ρώταγα
you (singular)ρωτούσες, ρώταγες
he / she / itρωτούσε, ρώταγε
weρωτούσαμε, ρωτάγαμε
you (plural or polite)ρωτούσατε, ρωτάγατε
theyρωτούσαν, ρωτούσανε, ρώταγαν, ρωτάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iρώτησα
you (singular)ρώτησες
he / she / itρώτησε
weρωτήσαμε
you (plural or polite)ρωτήσατε
theyρώτησαν, ρωτήσαν, ρωτήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα ρωτήσω
you (singular)θα ρωτήσεις
he / she / itθα ρωτήσει
weθα ρωτήσουμε, θα ρωτήσομε
you (plural or polite)θα ρωτήσετε
theyθα ρωτήσουν, θα ρωτήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Ρωτάω τον δάσκαλο για την άσκηση.

I am asking the teacher about the exercise.

Ρωτάω / ρωτώ is used for asking questions. Ζητάω is used for asking for something or requesting an action: ζητάω βοήθεια means “I ask for help”.

Compare the meanings: ζητάω (zitao) — to ask for; request; seek · απαντώ / απαντάω (apantao) — to answer, reply

ρωτάω / ρωτώ means “to ask.” Middle/passive ρωτιέμαι can mean “to be asked” or “to wonder.” For asking someone to do something, ζητάω is often the appropriate verb.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρωτάω, ρωτώ ρωτιέμαι
εσύ — you ρωτάς ρωτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρωτάει, ρωτά ρωτιέται
εμείς — we ρωτάμε, ρωτούμε ρωτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ρωτάτε ρωτιέστε, ρωτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρωτάν(ε), ρωτούν(ε) ρωτιούνται, ρωτιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρωτούσα, ρώταγα ρωτιόμουν(α)
εσύ — you ρωτούσες, ρώταγες ρωτιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρωτούσε, ρώταγε ρωτιόταν(ε)
εμείς — we ρωτούσαμε, ρωτάγαμε ρωτιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ρωτούσατε, ρωτάγατε ρωτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρωτούσαν(ε), ρώταγαν, ρωτάγανε ρωτιόνταν(ε), ρωτιούνταν, ρωτιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρώτησα ρωτήθηκα
εσύ — you ρώτησες ρωτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρώτησε ρωτήθηκε
εμείς — we ρωτήσαμε ρωτηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ρωτήσατε ρωτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρώτησαν, ρωτήσαν(ε) ρωτήθηκαν, ρωτηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ρωτήσει έχω ρωτηθεί
εσύ — you έχεις ρωτήσει έχεις ρωτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ρωτήσει έχει ρωτηθεί
εμείς — we έχουμε ρωτήσει έχουμε ρωτηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ρωτήσει έχετε ρωτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ρωτήσει έχουν ρωτηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ρωτήσει είχα ρωτηθεί
εσύ — you είχες ρωτήσει είχες ρωτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ρωτήσει είχε ρωτηθεί
εμείς — we είχαμε ρωτήσει είχαμε ρωτηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ρωτήσει είχατε ρωτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ρωτήσει είχαν ρωτηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρωτάω, θα ρωτώ θα ρωτιέμαι
εσύ — you θα ρωτάς θα ρωτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρωτάει, θα ρωτά θα ρωτιέται
εμείς — we θα ρωτάμε, θα ρωτούμε θα ρωτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ρωτάτε θα ρωτιέστε, θα ρωτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρωτάν(ε), θα ρωτούν(ε) θα ρωτιούνται, θα ρωτιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρωτήσω θα ρωτηθώ
εσύ — you θα ρωτήσεις θα ρωτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρωτήσει θα ρωτηθεί
εμείς — we θα ρωτήσουμε, θα ρωτήσομε θα ρωτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ρωτήσετε θα ρωτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρωτήσουν(ε) θα ρωτηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ρωτήσει θα έχω ρωτηθεί
εσύ — you θα έχεις ρωτήσει θα έχεις ρωτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ρωτήσει θα έχει ρωτηθεί
εμείς — we θα έχουμε ρωτήσει θα έχουμε ρωτηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ρωτήσει θα έχετε ρωτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ρωτήσει θα έχουν ρωτηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρωτάω, να ρωτώ να ρωτιέμαι
εσύ — you να ρωτάς να ρωτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρωτάει, να ρωτά να ρωτιέται
εμείς — we να ρωτάμε, να ρωτούμε να ρωτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ρωτάτε να ρωτιέστε, να ρωτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρωτάν(ε), να ρωτούν(ε) να ρωτιούνται, να ρωτιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρωτήσω να ρωτηθώ
εσύ — you να ρωτήσεις να ρωτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρωτήσει να ρωτηθεί
εμείς — we να ρωτήσουμε, να ρωτήσομε να ρωτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ρωτήσετε να ρωτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρωτήσουν(ε) να ρωτηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ρωτήσει να έχω ρωτηθεί
εσύ — you να έχεις ρωτήσει να έχεις ρωτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ρωτήσει να έχει ρωτηθεί
εμείς — we να έχουμε ρωτήσει να έχουμε ρωτηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ρωτήσει να έχετε ρωτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ρωτήσει να έχουν ρωτηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ρώτα ρωτάτε — ρωτιέστε
Simple ρώτησε, ρώτα ρωτήστε ρωτήσου ρωτηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: ρωτώντας. Result participle: ρωτημένος, ρωτημένη, ρωτημένο (where the meaning permits).
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ρώτησα τη Μαρία τι ώρα είναι.

I asked Maria what time it was.

Ρωτιέμαι γιατί άργησε.

I wonder why he or she was late.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρωτώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/rotao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /rotao/