Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ρουφάω / ρουφώ means to suck, sip, or absorb. The passive means to be sucked in or absorbed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρουφάω, ρουφώ | ρουφιέμαι |
| εσύ — you | ρουφάς | ρουφιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρουφάει, ρουφά | ρουφιέται |
| εμείς — we | ρουφάμε, ρουφούμε | ρουφιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ρουφάτε | ρουφιέστε, ρουφιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρουφάν(ε), ρουφούν(ε) | ρουφιούνται, ρουφιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρουφούσα, ρούφαγα | ρουφιόμουν(α) |
| εσύ — you | ρουφούσες, ρούφαγες | ρουφιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρουφούσε, ρούφαγε | ρουφιόταν(ε) |
| εμείς — we | ρουφούσαμε, ρουφάγαμε | ρουφιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ρουφούσατε, ρουφάγατε | ρουφιόσαστε, ρουφιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρουφούσαν(ε), ρούφαγαν, ρουφάγανε | ρουφιόνταν(ε), ρουφιούνταν, ρουφιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρούφηξα | ρουφήχτηκα |
| εσύ — you | ρούφηξες | ρουφήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρούφηξε | ρουφήχτηκε |
| εμείς — we | ρουφήξαμε | ρουφηχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ρουφήξατε | ρουφηχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρούφηξαν, ρουφήξαν(ε) | ρουφήχτηκαν, ρουφηχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ρουφήξει | έχω ρουφηχτεί |
| εσύ — you | έχεις ρουφήξει | έχεις ρουφηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ρουφήξει | έχει ρουφηχτεί |
| εμείς — we | έχουμε ρουφήξει | έχουμε ρουφηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ρουφήξει | έχετε ρουφηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ρουφήξει | έχουν ρουφηχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ρουφήξει | είχα ρουφηχτεί |
| εσύ — you | είχες ρουφήξει | είχες ρουφηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ρουφήξει | είχε ρουφηχτεί |
| εμείς — we | είχαμε ρουφήξει | είχαμε ρουφηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ρουφήξει | είχατε ρουφηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ρουφήξει | είχαν ρουφηχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ρουφάω, θα ρουφώ | θα ρουφιέμαι |
| εσύ — you | θα ρουφάς | θα ρουφιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ρουφάει, θα ρουφά | θα ρουφιέται |
| εμείς — we | θα ρουφάμε, θα ρουφούμε | θα ρουφιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ρουφάτε | θα ρουφιέστε, θα ρουφιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ρουφάν(ε), θα ρουφούν(ε) | θα ρουφιούνται, θα ρουφιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ρουφήξω | θα ρουφηχτώ |
| εσύ — you | θα ρουφήξεις | θα ρουφηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ρουφήξει | θα ρουφηχτεί |
| εμείς — we | θα ρουφήξουμε, θα ρουφήξομε | θα ρουφηχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ρουφήξετε | θα ρουφηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ρουφήξουν(ε) | θα ρουφηχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ρουφήξει | θα έχω ρουφηχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις ρουφήξει | θα έχεις ρουφηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ρουφήξει | θα έχει ρουφηχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ρουφήξει | θα έχουμε ρουφηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ρουφήξει | θα έχετε ρουφηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ρουφήξει | θα έχουν ρουφηχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ρουφάω, να ρουφώ | να ρουφιέμαι |
| εσύ — you | να ρουφάς | να ρουφιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ρουφάει, να ρουφά | να ρουφιέται |
| εμείς — we | να ρουφάμε, να ρουφούμε | να ρουφιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ρουφάτε | να ρουφιέστε, να ρουφιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ρουφάν(ε), να ρουφούν(ε) | να ρουφιούνται, να ρουφιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ρουφήξω | να ρουφηχτώ |
| εσύ — you | να ρουφήξεις | να ρουφηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ρουφήξει | να ρουφηχτεί |
| εμείς — we | να ρουφήξουμε, να ρουφήξομε | να ρουφηχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ρουφήξετε | να ρουφηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ρουφήξουν(ε) | να ρουφηχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ρουφήξει | να έχω ρουφηχτεί |
| εσύ — you | να έχεις ρουφήξει | να έχεις ρουφηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ρουφήξει | να έχει ρουφηχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε ρουφήξει | να έχουμε ρουφηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ρουφήξει | να έχετε ρουφηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ρουφήξει | να έχουν ρουφηχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ρούφα / ρουφάτε.
Simple: ρούφηξε (εσύ); ρουφήξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ρούφηξε μια γουλιά καφέ.
He/she sipped some coffee.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρουφάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/roufao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/roufao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.