σαπίζω (sapizo) — to rot

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σαπίζω means to rot or decay.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σαπίζω
εσύ — you σαπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σαπίζει
εμείς — we σαπίζουμε, σαπίζομε
εσείς — you (plural / polite) σαπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σαπίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σάπιζα
εσύ — you σάπιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σάπιζε
εμείς — we σαπίζαμε
εσείς — you (plural / polite) σαπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σάπιζαν, σαπίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σάπισα
εσύ — you σάπισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σάπισε
εμείς — we σαπίσαμε
εσείς — you (plural / polite) σαπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σάπισαν, σαπίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σαπίσει
εσύ — you έχεις σαπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σαπίσει
εμείς — we έχουμε σαπίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σαπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σαπίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σαπίσει
εσύ — you είχες σαπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σαπίσει
εμείς — we είχαμε σαπίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σαπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σαπίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σαπίζω
εσύ — you θα σαπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σαπίζει
εμείς — we θα σαπίζουμε, θα σαπίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα σαπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σαπίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σαπίσω
εσύ — you θα σαπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σαπίσει
εμείς — we θα σαπίσουμε, θα σαπίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα σαπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σαπίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σαπίσει
εσύ — you θα έχεις σαπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σαπίσει
εμείς — we θα έχουμε σαπίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σαπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σαπίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σαπίζω
εσύ — you να σαπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σαπίζει
εμείς — we να σαπίζουμε, να σαπίζομε
εσείς — you (plural / polite) να σαπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σαπίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σαπίσω
εσύ — you να σαπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σαπίσει
εμείς — we να σαπίσουμε, να σαπίσομε
εσείς — you (plural / polite) να σαπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σαπίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σαπίσει
εσύ — you να έχεις σαπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σαπίσει
εμείς — we να έχουμε σαπίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σαπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σαπίσει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: σάπισα, θα σαπίσω, έχω σαπίσει. σάπιος means rotten.

Τα φρούτα σάπισαν.

The fruit rotted.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σαπίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sapizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sapizo/