Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ρυθμίζω — to adjust; to regulate; to arrange

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ρυθμίζω means to adjust, regulate, set, or arrange. The passive means to be adjusted or regulated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρυθμίζω ρυθμίζομαι
εσύ — you ρυθμίζεις ρυθμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρυθμίζει ρυθμίζεται
εμείς — we ρυθμίζουμε, ρυθμίζομε ρυθμιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ρυθμίζετε ρυθμίζεστε, ρυθμιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρυθμίζουν(ε) ρυθμίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρύθμιζα ρυθμιζόμουν(α)
εσύ — you ρύθμιζες ρυθμιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρύθμιζε ρυθμιζόταν(ε)
εμείς — we ρυθμίζαμε ρυθμιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ρυθμίζατε ρυθμιζόσαστε, ρυθμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρύθμιζαν, ρυθμίζαν(ε) ρυθμίζονταν, ρυθμιζόντανε, ρυθμιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρύθμισα ρυθμίστηκα
εσύ — you ρύθμισες ρυθμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρύθμισε ρυθμίστηκε
εμείς — we ρυθμίσαμε ρυθμιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ρυθμίσατε ρυθμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρύθμισαν, ρυθμίσαν(ε) ρυθμίστηκαν, ρυθμιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ρυθμίσει έχω ρυθμιστεί
εσύ — you έχεις ρυθμίσει έχεις ρυθμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ρυθμίσει έχει ρυθμιστεί
εμείς — we έχουμε ρυθμίσει έχουμε ρυθμιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ρυθμίσει έχετε ρυθμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ρυθμίσει έχουν ρυθμιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ρυθμίσει είχα ρυθμιστεί
εσύ — you είχες ρυθμίσει είχες ρυθμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ρυθμίσει είχε ρυθμιστεί
εμείς — we είχαμε ρυθμίσει είχαμε ρυθμιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ρυθμίσει είχατε ρυθμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ρυθμίσει είχαν ρυθμιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρυθμίζω θα ρυθμίζομαι
εσύ — you θα ρυθμίζεις θα ρυθμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρυθμίζει θα ρυθμίζεται
εμείς — we θα ρυθμίζουμε, θα ρυθμίζομε θα ρυθμιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ρυθμίζετε θα ρυθμίζεστε, θα ρυθμιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρυθμίζουν(ε) θα ρυθμίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρυθμίσω θα ρυθμιστώ
εσύ — you θα ρυθμίσεις θα ρυθμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρυθμίσει θα ρυθμιστεί
εμείς — we θα ρυθμίσουμε, θα ρυθμίσομε θα ρυθμιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ρυθμίσετε θα ρυθμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρυθμίσουν(ε) θα ρυθμιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ρυθμίσει θα έχω ρυθμιστεί
εσύ — you θα έχεις ρυθμίσει θα έχεις ρυθμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ρυθμίσει θα έχει ρυθμιστεί
εμείς — we θα έχουμε ρυθμίσει θα έχουμε ρυθμιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ρυθμίσει θα έχετε ρυθμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ρυθμίσει θα έχουν ρυθμιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρυθμίζω να ρυθμίζομαι
εσύ — you να ρυθμίζεις να ρυθμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρυθμίζει να ρυθμίζεται
εμείς — we να ρυθμίζουμε, να ρυθμίζομε να ρυθμιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ρυθμίζετε να ρυθμίζεστε, να ρυθμιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρυθμίζουν(ε) να ρυθμίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρυθμίσω να ρυθμιστώ
εσύ — you να ρυθμίσεις να ρυθμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρυθμίσει να ρυθμιστεί
εμείς — we να ρυθμίσουμε, να ρυθμίσομε να ρυθμιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ρυθμίσετε να ρυθμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρυθμίσουν(ε) να ρυθμιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ρυθμίσει να έχω ρυθμιστεί
εσύ — you να έχεις ρυθμίσει να έχεις ρυθμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ρυθμίσει να έχει ρυθμιστεί
εμείς — we να έχουμε ρυθμίσει να έχουμε ρυθμιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ρυθμίσει να έχετε ρυθμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ρυθμίσει να έχουν ρυθμιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ρύθμιζε / ρυθμίζετε.

Simple: ρύθμισε (εσύ); ρυθμίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ρύθμισε την ένταση.

Adjust the volume.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρυθμίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ruthmizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ruthmizo/