Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ρυθμίζω means to adjust, regulate, set, or arrange. The passive means to be adjusted or regulated.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρυθμίζω | ρυθμίζομαι |
| εσύ — you | ρυθμίζεις | ρυθμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρυθμίζει | ρυθμίζεται |
| εμείς — we | ρυθμίζουμε, ρυθμίζομε | ρυθμιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ρυθμίζετε | ρυθμίζεστε, ρυθμιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρυθμίζουν(ε) | ρυθμίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρύθμιζα | ρυθμιζόμουν(α) |
| εσύ — you | ρύθμιζες | ρυθμιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρύθμιζε | ρυθμιζόταν(ε) |
| εμείς — we | ρυθμίζαμε | ρυθμιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ρυθμίζατε | ρυθμιζόσαστε, ρυθμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρύθμιζαν, ρυθμίζαν(ε) | ρυθμίζονταν, ρυθμιζόντανε, ρυθμιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ρύθμισα | ρυθμίστηκα |
| εσύ — you | ρύθμισες | ρυθμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ρύθμισε | ρυθμίστηκε |
| εμείς — we | ρυθμίσαμε | ρυθμιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ρυθμίσατε | ρυθμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ρύθμισαν, ρυθμίσαν(ε) | ρυθμίστηκαν, ρυθμιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ρυθμίσει | έχω ρυθμιστεί |
| εσύ — you | έχεις ρυθμίσει | έχεις ρυθμιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ρυθμίσει | έχει ρυθμιστεί |
| εμείς — we | έχουμε ρυθμίσει | έχουμε ρυθμιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ρυθμίσει | έχετε ρυθμιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ρυθμίσει | έχουν ρυθμιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ρυθμίσει | είχα ρυθμιστεί |
| εσύ — you | είχες ρυθμίσει | είχες ρυθμιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ρυθμίσει | είχε ρυθμιστεί |
| εμείς — we | είχαμε ρυθμίσει | είχαμε ρυθμιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ρυθμίσει | είχατε ρυθμιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ρυθμίσει | είχαν ρυθμιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ρυθμίζω | θα ρυθμίζομαι |
| εσύ — you | θα ρυθμίζεις | θα ρυθμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ρυθμίζει | θα ρυθμίζεται |
| εμείς — we | θα ρυθμίζουμε, θα ρυθμίζομε | θα ρυθμιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ρυθμίζετε | θα ρυθμίζεστε, θα ρυθμιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ρυθμίζουν(ε) | θα ρυθμίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ρυθμίσω | θα ρυθμιστώ |
| εσύ — you | θα ρυθμίσεις | θα ρυθμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ρυθμίσει | θα ρυθμιστεί |
| εμείς — we | θα ρυθμίσουμε, θα ρυθμίσομε | θα ρυθμιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ρυθμίσετε | θα ρυθμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ρυθμίσουν(ε) | θα ρυθμιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ρυθμίσει | θα έχω ρυθμιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις ρυθμίσει | θα έχεις ρυθμιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ρυθμίσει | θα έχει ρυθμιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ρυθμίσει | θα έχουμε ρυθμιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ρυθμίσει | θα έχετε ρυθμιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ρυθμίσει | θα έχουν ρυθμιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ρυθμίζω | να ρυθμίζομαι |
| εσύ — you | να ρυθμίζεις | να ρυθμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ρυθμίζει | να ρυθμίζεται |
| εμείς — we | να ρυθμίζουμε, να ρυθμίζομε | να ρυθμιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ρυθμίζετε | να ρυθμίζεστε, να ρυθμιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ρυθμίζουν(ε) | να ρυθμίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ρυθμίσω | να ρυθμιστώ |
| εσύ — you | να ρυθμίσεις | να ρυθμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ρυθμίσει | να ρυθμιστεί |
| εμείς — we | να ρυθμίσουμε, να ρυθμίσομε | να ρυθμιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ρυθμίσετε | να ρυθμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ρυθμίσουν(ε) | να ρυθμιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ρυθμίσει | να έχω ρυθμιστεί |
| εσύ — you | να έχεις ρυθμίσει | να έχεις ρυθμιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ρυθμίσει | να έχει ρυθμιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε ρυθμίσει | να έχουμε ρυθμιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ρυθμίσει | να έχετε ρυθμιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ρυθμίσει | να έχουν ρυθμιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ρύθμιζε / ρυθμίζετε.
Simple: ρύθμισε (εσύ); ρυθμίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ρύθμισε την ένταση.
Adjust the volume.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρυθμίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ruthmizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ruthmizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.