σαπουνίζω (sapounizo) — to soap; to lather

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σαπουνίζω means to soap or lather. σαπουνίζομαι means to soap oneself or be soaped.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σαπουνίζω σαπουνίζομαι
εσύ — you σαπουνίζεις σαπουνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σαπουνίζει σαπουνίζεται
εμείς — we σαπουνίζουμε, σαπουνίζομε σαπουνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σαπουνίζετε σαπουνίζεστε, σαπουνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σαπουνίζουν(ε) σαπουνίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σαπούνιζα σαπουνιζόμουν(α)
εσύ — you σαπούνιζες σαπουνιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σαπούνιζε σαπουνιζόταν(ε)
εμείς — we σαπουνίζαμε σαπουνιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σαπουνίζατε σαπουνιζόσαστε, σαπουνιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σαπούνιζαν, σαπουνίζαν(ε) σαπουνίζονταν, σαπουνιζόντανε, σαπουνιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σαπούνισα σαπουνίστηκα
εσύ — you σαπούνισες σαπουνίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σαπούνισε σαπουνίστηκε
εμείς — we σαπουνίσαμε σαπουνιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σαπουνίσατε σαπουνιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σαπούνισαν, σαπουνίσαν(ε) σαπουνίστηκαν, σαπουνιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σαπουνίσει έχω σαπουνιστεί
εσύ — you έχεις σαπουνίσει έχεις σαπουνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σαπουνίσει έχει σαπουνιστεί
εμείς — we έχουμε σαπουνίσει έχουμε σαπουνιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σαπουνίσει έχετε σαπουνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σαπουνίσει έχουν σαπουνιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σαπουνίσει είχα σαπουνιστεί
εσύ — you είχες σαπουνίσει είχες σαπουνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σαπουνίσει είχε σαπουνιστεί
εμείς — we είχαμε σαπουνίσει είχαμε σαπουνιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σαπουνίσει είχατε σαπουνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σαπουνίσει είχαν σαπουνιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σαπουνίζω θα σαπουνίζομαι
εσύ — you θα σαπουνίζεις θα σαπουνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σαπουνίζει θα σαπουνίζεται
εμείς — we θα σαπουνίζουμε, θα σαπουνίζομε θα σαπουνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σαπουνίζετε θα σαπουνίζεστε, θα σαπουνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σαπουνίζουν(ε) θα σαπουνίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σαπουνίσω θα σαπουνιστώ
εσύ — you θα σαπουνίσεις θα σαπουνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σαπουνίσει θα σαπουνιστεί
εμείς — we θα σαπουνίσουμε, θα σαπουνίσομε θα σαπουνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σαπουνίσετε θα σαπουνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σαπουνίσουν(ε) θα σαπουνιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σαπουνίσει θα έχω σαπουνιστεί
εσύ — you θα έχεις σαπουνίσει θα έχεις σαπουνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σαπουνίσει θα έχει σαπουνιστεί
εμείς — we θα έχουμε σαπουνίσει θα έχουμε σαπουνιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σαπουνίσει θα έχετε σαπουνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σαπουνίσει θα έχουν σαπουνιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σαπουνίζω να σαπουνίζομαι
εσύ — you να σαπουνίζεις να σαπουνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σαπουνίζει να σαπουνίζεται
εμείς — we να σαπουνίζουμε, να σαπουνίζομε να σαπουνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σαπουνίζετε να σαπουνίζεστε, να σαπουνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σαπουνίζουν(ε) να σαπουνίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σαπουνίσω να σαπουνιστώ
εσύ — you να σαπουνίσεις να σαπουνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σαπουνίσει να σαπουνιστεί
εμείς — we να σαπουνίσουμε, να σαπουνίσομε να σαπουνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σαπουνίσετε να σαπουνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σαπουνίσουν(ε) να σαπουνιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σαπουνίσει να έχω σαπουνιστεί
εσύ — you να έχεις σαπουνίσει να έχεις σαπουνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σαπουνίσει να έχει σαπουνιστεί
εμείς — we να έχουμε σαπουνίσει να έχουμε σαπουνιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σαπουνίσει να έχετε σαπουνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σαπουνίσει να έχουν σαπουνιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σαπούνιζε σαπουνίζετε — σαπουνίζεστε
Simple σαπούνισε σαπουνίστε σαπουνίσου σαπουνιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σαπούνισε καλά τα χέρια σου.

Lather your hands well.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σαπουνίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sapounizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sapounizo/