Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ρίχνω — to throw; to drop; to pour

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ρίχνω means to throw, drop, pour, or cast. ρίχνομαι can mean to throw oneself into something or be thrown.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρίχνω ρίχνομαι
εσύ — you ρίχνεις ρίχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρίχνει ρίχνεται
εμείς — we ρίχνουμε, ρίχνομε ριχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ρίχνετε ρίχνεστε, ριχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρίχνουν(ε) ρίχνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έριχνα ριχνόμουν(α)
εσύ — you έριχνες ριχνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έριχνε ριχνόταν(ε)
εμείς — we ρίχναμε ριχνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ρίχνατε ριχνόσαστε, ριχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έριχναν, ρίχναν(ε) ρίχνονταν, ριχνόντανε, ριχνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έριξα ρίχτηκα
εσύ — you έριξες ρίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έριξε ρίχτηκε
εμείς — we ρίξαμε ριχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ρίξατε ριχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έριξαν, ρίξαν(ε) ρίχτηκαν, ριχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ρίξει έχω ριχτεί
εσύ — you έχεις ρίξει έχεις ριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ρίξει έχει ριχτεί
εμείς — we έχουμε ρίξει έχουμε ριχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ρίξει έχετε ριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ρίξει έχουν ριχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ρίξει είχα ριχτεί
εσύ — you είχες ρίξει είχες ριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ρίξει είχε ριχτεί
εμείς — we είχαμε ρίξει είχαμε ριχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ρίξει είχατε ριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ρίξει είχαν ριχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρίχνω θα ρίχνομαι
εσύ — you θα ρίχνεις θα ρίχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρίχνει θα ρίχνεται
εμείς — we θα ρίχνουμε, θα ρίχνομε θα ριχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ρίχνετε θα ρίχνεστε, θα ριχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρίχνουν(ε) θα ρίχνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρίξω θα ριχτώ
εσύ — you θα ρίξεις θα ριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρίξει θα ριχτεί
εμείς — we θα ρίξουμε, θα ρίξομε θα ριχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ρίξετε θα ριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρίξουν(ε) θα ριχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ρίξει θα έχω ριχτεί
εσύ — you θα έχεις ρίξει θα έχεις ριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ρίξει θα έχει ριχτεί
εμείς — we θα έχουμε ρίξει θα έχουμε ριχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ρίξει θα έχετε ριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ρίξει θα έχουν ριχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρίχνω να ρίχνομαι
εσύ — you να ρίχνεις να ρίχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρίχνει να ρίχνεται
εμείς — we να ρίχνουμε, να ρίχνομε να ριχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ρίχνετε να ρίχνεστε, να ριχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρίχνουν(ε) να ρίχνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρίξω να ριχτώ
εσύ — you να ρίξεις να ριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρίξει να ριχτεί
εμείς — we να ρίξουμε, να ρίξομε να ριχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ρίξετε να ριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρίξουν(ε) να ριχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ρίξει να έχω ριχτεί
εσύ — you να έχεις ρίξει να έχεις ριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ρίξει να έχει ριχτεί
εμείς — we να έχουμε ρίξει να έχουμε ριχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ρίξει να έχετε ριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ρίξει να έχουν ριχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ρίχνε ρίχνετε — ρίχνεστε
Simple ρίξε ρίξτε ρίξου ριχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ρίξε λίγο νερό.

Pour in a little water.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρίχνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/rixno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /rixno/