Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ριψοκινδυνεύω means to take a risk or put something at risk.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ριψοκινδυνεύω |
| εσύ — you |
ριψοκινδυνεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ριψοκινδυνεύει |
| εμείς — we |
ριψοκινδυνεύουμε, ριψοκινδυνεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ριψοκινδυνεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ριψοκινδυνεύουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ριψοκινδύνευα |
| εσύ — you |
ριψοκινδύνευες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ριψοκινδύνευε |
| εμείς — we |
ριψοκινδυνεύαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ριψοκινδυνεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ριψοκινδύνευαν, ριψοκινδυνεύαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ριψοκινδύνεψα, ριψοκινδύνευσα |
| εσύ — you |
ριψοκινδύνεψες, ριψοκινδύνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ριψοκινδύνεψε, ριψοκινδύνευσε |
| εμείς — we |
ριψοκινδυνέψαμε, ριψοκινδυνεύσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ριψοκινδυνέψατε, ριψοκινδυνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ριψοκινδύνεψαν, ριψοκινδυνέψαν(ε), ριψοκινδύνευσαν, ριψοκινδυνεύσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω ριψοκινδυνέψει |
| εσύ — you |
έχεις ριψοκινδυνέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει ριψοκινδυνέψει |
| εμείς — we |
έχουμε ριψοκινδυνέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε ριψοκινδυνέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν ριψοκινδυνέψει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα ριψοκινδυνέψει |
| εσύ — you |
είχες ριψοκινδυνέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε ριψοκινδυνέψει |
| εμείς — we |
είχαμε ριψοκινδυνέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε ριψοκινδυνέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν ριψοκινδυνέψει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα ριψοκινδυνεύω |
| εσύ — you |
θα ριψοκινδυνεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα ριψοκινδυνεύει |
| εμείς — we |
θα ριψοκινδυνεύουμε, θα ριψοκινδυνεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα ριψοκινδυνεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα ριψοκινδυνεύουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα ριψοκινδυνέψω, θα ριψοκινδυνεύσω |
| εσύ — you |
θα ριψοκινδυνέψεις, θα ριψοκινδυνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα ριψοκινδυνέψει, θα ριψοκινδυνεύσει |
| εμείς — we |
θα ριψοκινδυνέψουμε, θα ριψοκινδυνέψομε, θα ριψοκινδυνεύσουμε, θα ριψοκινδυνεύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα ριψοκινδυνέψετε, θα ριψοκινδυνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα ριψοκινδυνέψουν(ε), θα ριψοκινδυνεύσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω ριψοκινδυνέψει |
| εσύ — you |
θα έχεις ριψοκινδυνέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει ριψοκινδυνέψει |
| εμείς — we |
θα έχουμε ριψοκινδυνέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε ριψοκινδυνέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν ριψοκινδυνέψει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να ριψοκινδυνεύω |
| εσύ — you |
να ριψοκινδυνεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να ριψοκινδυνεύει |
| εμείς — we |
να ριψοκινδυνεύουμε, να ριψοκινδυνεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να ριψοκινδυνεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να ριψοκινδυνεύουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να ριψοκινδυνέψω, να ριψοκινδυνεύσω |
| εσύ — you |
να ριψοκινδυνέψεις, να ριψοκινδυνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να ριψοκινδυνέψει, να ριψοκινδυνεύσει |
| εμείς — we |
να ριψοκινδυνέψουμε, να ριψοκινδυνέψομε, να ριψοκινδυνεύσουμε, να ριψοκινδυνεύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να ριψοκινδυνέψετε, να ριψοκινδυνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να ριψοκινδυνέψουν(ε), να ριψοκινδυνεύσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω ριψοκινδυνέψει |
| εσύ — you |
να έχεις ριψοκινδυνέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει ριψοκινδυνέψει |
| εμείς — we |
να έχουμε ριψοκινδυνέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε ριψοκινδυνέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν ριψοκινδυνέψει |
Imperative · Προστακτική
Simple: ριψοκινδύνεψε, ριψοκινδύνευσε (εσύ); ριψοκινδυνέψτε, ριψοκινδυνεύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Both -εψ- and -ευσ- perfective variants occur. Compounds here consistently use ριψοκινδυνέψει.
Δεν θέλω να ριψοκινδυνέψω.
I do not want to take a risk.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ριψοκινδυνεύω.
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.