ΡΕΩ
I flow
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ρέω ρέουμε, ρέομε
ρέεις ρέετε
ρέει ρέουν(ε)
Imper
fect
έρεα ρέαμε
έρεες ρέατε
έρεε έρεαν, ρέαν(ε)
Aorist έρευσα ρεύσαμε
έρευσες ρεύσατε
έρευσε έρευσαν, ρεύσαν(ε)
Per
fect
έχω ρεύσει έχουμε ρεύσει
έχεις ρεύσει έχετε ρεύσει
έχει ρεύσει έχουν ρεύσει
Plu
per
fect
είχα ρεύσει είχαμε ρεύσει
είχες ρεύσει είχατε ρεύσει
είχε ρεύσει είχαν ρεύσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα ρέω θα ρέουμε, θα ρέομε
θα ρέεις θα ρέετε
θα ρέει θα ρέουν(ε)
Simp
Fut
θα ρεύσω θα ρεύσουμε, θα ρεύσομε
θα ρεύσεις θα ρεύσετε
θα ρεύσει θα ρεύσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ρεύσει θα έχουμε ρεύσει
θα έχεις ρεύσει θα έχετε ρεύσει
θα έχει ρεύσει θα έχουν ρεύσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ρέω να ρέουμε, να ρέομε
να ρέεις να ρέετε
να ρέει να ρέουν(ε)
Aorist να ρεύσω να ρεύσουμε, να ρεύσομε
να ρεύσεις να ρεύσετε
να ρεύσει να ρεύσουν(ε)
Perf να έχω ρεύσει να έχουμε ρεύσει
να έχεις ρεύσει να έχετε ρεύσει
να έχει ρεύσει να έχουν ρεύσει
Imper
ative
Pres ρέε ρέετε
Aorist ρεύσε ρεύσετε, ρεύστε
Part
iciple
Pres ρέοντας
Perf έχοντας ρεύσει
Infin Aorist ρεύσει