Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ρεύομαι — to burp

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ρεύομαι means to burp or belch, with middle endings and active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ρεύομαι
εσύ — you ρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρεύεται
εμείς — we ρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ρεύεστε, ρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ρευόμουν(α)
εσύ — you ρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρευόταν(ε)
εμείς — we ρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ρευόσαστε, ρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρεύονταν, ρευόντανε, ρευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ρεύτηκα
εσύ — you ρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρεύτηκε
εμείς — we ρευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρεύτηκαν, ρευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ρευτεί
εσύ — you έχεις ρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ρευτεί
εμείς — we έχουμε ρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ρευτεί
εσύ — you είχες ρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ρευτεί
εμείς — we είχαμε ρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ρεύομαι
εσύ — you θα ρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρεύεται
εμείς — we θα ρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ρεύεστε, θα ρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ρευτώ
εσύ — you θα ρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρευτεί
εμείς — we θα ρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ρευτεί
εσύ — you θα έχεις ρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ρευτεί
εμείς — we θα έχουμε ρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ρεύομαι
εσύ — you να ρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρεύεται
εμείς — we να ρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ρεύεστε, να ρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ρευτώ
εσύ — you να ρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρευτεί
εμείς — we να ρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ρευτεί
εσύ — you να έχεις ρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ρευτεί
εμείς — we να έχουμε ρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ρευτεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: ρεύτηκα, θα ρευτώ, έχω ρευτεί. This is a different verb from ρέω, “flow”.

Το μωρό ρεύτηκε.

The baby burped.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρεύομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/reuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /reuomai/