Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αστειεύομαι — to joke, be kidding

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αστειεύομαι — to joke; to be kidding

A deponent verb: passive-looking endings, active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αστειεύομαι
εσύ — you αστειεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αστειεύεται
εμείς — we αστειευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αστειεύεστε, αστειευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αστειεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αστειευόμουν(α)
εσύ — you αστειευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αστειευόταν(ε)
εμείς — we αστειευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αστειευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they αστειεύονταν, αστειευόντανε, αστειευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αστειεύτηκα
εσύ — you αστειεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αστειεύτηκε
εμείς — we αστειευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αστειευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αστειεύτηκαν, αστειευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αστειευτεί
εσύ — you έχεις αστειευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αστειευτεί
εμείς — we έχουμε αστειευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αστειευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αστειευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αστειευτεί
εσύ — you είχες αστειευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αστειευτεί
εμείς — we είχαμε αστειευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αστειευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αστειευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αστειεύομαι
εσύ — you θα αστειεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αστειεύεται
εμείς — we θα αστειευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αστειεύεστε, θα αστειευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αστειεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αστειευτώ
εσύ — you θα αστειευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αστειευτεί
εμείς — we θα αστειευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αστειευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αστειευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αστειευτεί
εσύ — you θα έχεις αστειευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αστειευτεί
εμείς — we θα έχουμε αστειευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αστειευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αστειευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αστειεύομαι
εσύ — you να αστειεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αστειεύεται
εμείς — we να αστειευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αστειεύεστε, να αστειευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αστειεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αστειευτώ
εσύ — you να αστειευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αστειευτεί
εμείς — we να αστειευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να αστειευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αστειευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αστειευτεί
εσύ — you να έχεις αστειευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αστειευτεί
εμείς — we να έχουμε αστειευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αστειευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αστειευτεί

Imperative · Προστακτική

For a continuing instruction use να αστειεύεσαι / να αστειεύεστε. The direct plural continuous form is αστειεύεστε.

Simple: αστειέψου (εσύ); αστειευτείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: αστειεύτηκα; perfective dependent form: αστειευτεί. Perfect: έχω αστειευτεί.
  • αστειευόμενος, αστειευόμενη, αστειευόμενο — joking (formal participle); έχοντας αστειευτεί — having joked.
  • Αστειεύεσαι; often means “Are you joking?” or “Are you kidding?” The intended response depends on context.
  • Δεν αστειεύομαι means “I am serious” or “I am not joking”.
  • Negative instructions: μην αστειεύεσαι / μην αστειευτείς; μην αστειεύεστε / μην αστειευτείτε.

Μην ανησυχείς, αστειεύομαι.

Do not worry; I am joking.

Αστειευτήκαμε και γελάσαμε πολύ.

We joked and laughed a lot.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αστειεύομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/asteieuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /asteieuomai/