Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ερωτεύομαι means to fall in love or feel romantic love for someone. It is more specific than αγαπώ, which also covers family, friendship and other kinds of love.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ερωτεύομαι |
| εσύ — you | ερωτεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ερωτεύεται |
| εμείς — we | ερωτευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ερωτεύεστε, ερωτευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ερωτεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ερωτευόμουν(α) |
| εσύ — you | ερωτευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ερωτευόταν(ε) |
| εμείς — we | ερωτευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ερωτευόσαστε, ερωτευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ερωτεύονταν, ερωτευόντανε, ερωτευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ερωτεύτηκα |
| εσύ — you | ερωτεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ερωτεύτηκε |
| εμείς — we | ερωτευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ερωτευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ερωτεύτηκαν, ερωτευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ερωτευτεί |
| εσύ — you | έχεις ερωτευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ερωτευτεί |
| εμείς — we | έχουμε ερωτευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ερωτευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ερωτευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ερωτευτεί |
| εσύ — you | είχες ερωτευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ερωτευτεί |
| εμείς — we | είχαμε ερωτευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ερωτευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ερωτευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ερωτεύομαι |
| εσύ — you | θα ερωτεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ερωτεύεται |
| εμείς — we | θα ερωτευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ερωτεύεστε, θα ερωτευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ερωτεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ερωτευτώ |
| εσύ — you | θα ερωτευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ερωτευτεί |
| εμείς — we | θα ερωτευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ερωτευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ερωτευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ερωτευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις ερωτευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ερωτευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ερωτευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ερωτευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ερωτευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ερωτεύομαι |
| εσύ — you | να ερωτεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ερωτεύεται |
| εμείς — we | να ερωτευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ερωτεύεστε, να ερωτευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ερωτεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ερωτευτώ |
| εσύ — you | να ερωτευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ερωτευτεί |
| εμείς — we | να ερωτευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ερωτευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ερωτευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ερωτευτεί |
| εσύ — you | να έχεις ερωτευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ερωτευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε ερωτευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ερωτευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ερωτευτεί |
Imperative · Προστακτική
Commands are mainly playful or rhetorical. For continuing action, να ερωτεύεσαι / να ερωτεύεστε can be used.
Simple: ερωτεύσου, ερωτέψου (εσύ); ερωτευτείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfect έχω ερωτευτεί means “I have fallen in love”. Its middle endings do not mean “I am loved”.
- είμαι ερωτευμένος / ερωτευμένη describes the state of being in love. It differs from the event expressed by ερωτεύτηκα / έχω ερωτευτεί.
- The person loved can be a direct object: την ερωτεύτηκα. With the adjective, use με: είμαι ερωτευμένος μαζί της.
Την ερωτεύτηκε αμέσως.
He fell in love with her immediately.
Είμαι ερωτευμένη μαζί του.
I am in love with him.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ερωτεύομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eroteuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/eroteuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.