εργάζομαι (ergazomai) — to work

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εργάζομαι means to work. It has middle endings but an active meaning, and is often more formal than δουλεύω.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εργάζομαι
εσύ — you εργάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εργάζεται
εμείς — we εργαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εργάζεστε, εργαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εργάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εργαζόμουν(α)
εσύ — you εργαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εργαζόταν(ε)
εμείς — we εργαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εργαζόσαστε, εργαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εργάζονταν, εργαζόντανε, εργαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εργάστηκα
εσύ — you εργάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εργάστηκε
εμείς — we εργαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εργαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εργάστηκαν, εργαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω εργαστεί
εσύ — you έχεις εργαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εργαστεί
εμείς — we έχουμε εργαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εργαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εργαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα εργαστεί
εσύ — you είχες εργαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εργαστεί
εμείς — we είχαμε εργαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εργαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εργαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εργάζομαι
εσύ — you θα εργάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εργάζεται
εμείς — we θα εργαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εργάζεστε, θα εργαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εργάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εργαστώ
εσύ — you θα εργαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εργαστεί
εμείς — we θα εργαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εργαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εργαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω εργαστεί
εσύ — you θα έχεις εργαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εργαστεί
εμείς — we θα έχουμε εργαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εργαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εργαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εργάζομαι
εσύ — you να εργάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εργάζεται
εμείς — we να εργαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εργάζεστε, να εργαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εργάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εργαστώ
εσύ — you να εργαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εργαστεί
εμείς — we να εργαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εργαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εργαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω εργαστεί
εσύ — you να έχεις εργαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εργαστεί
εμείς — we να έχουμε εργαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εργαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εργαστεί

Imperative · Προστακτική

For continuing or repeated work, να εργάζεσαι / να εργάζεστε can be used.

Simple: εργάσου (εσύ); εργαστείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfect is έχω εργαστεί, “I have worked”, not an English passive.
  • εργαζόμενος, -η, -ο means working; as a noun ο εργαζόμενος / η εργαζόμενη means a worker or employee.

Εργάζομαι σε ένα νοσοκομείο.

I work in a hospital.

Έχω εργαστεί στο εξωτερικό.

I have worked abroad.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εργάζομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ergazomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ergazomai/