ερευνάω (ereunao) — to research

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ερευνάω / ερευνώ means to research, investigate or search a place. ερευνώμαι means to be investigated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερευνάω, ερευνώ ερευνώμαι
εσύ — you ερευνάς ερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερευνάει, ερευνά ερευνάται
εμείς — we ερευνάμε, ερευνούμε ερευνόμαστε, ερευνώμεθα
εσείς — you (plural / polite) ερευνάτε ερευνάστε, ερευνάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερευνάν(ε), ερευνούν(ε) ερευνώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερευνούσα —
εσύ — you ερευνούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερευνούσε ερευνάτο
εμείς — we ερευνούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) ερευνούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερευνούσαν(ε) ερευνώντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερεύνησα ερευνήθηκα
εσύ — you ερεύνησες ερευνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερεύνησε ερευνήθηκε
εμείς — we ερευνήσαμε ερευνηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ερευνήσατε ερευνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερεύνησαν, ερευνήσαν(ε) ερευνήθηκαν, ερευνηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ερευνήσει έχω ερευνηθεί
εσύ — you έχεις ερευνήσει έχεις ερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ερευνήσει έχει ερευνηθεί
εμείς — we έχουμε ερευνήσει έχουμε ερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ερευνήσει έχετε ερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ερευνήσει έχουν ερευνηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ερευνήσει είχα ερευνηθεί
εσύ — you είχες ερευνήσει είχες ερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ερευνήσει είχε ερευνηθεί
εμείς — we είχαμε ερευνήσει είχαμε ερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ερευνήσει είχατε ερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ερευνήσει είχαν ερευνηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερευνάω, θα ερευνώ θα ερευνώμαι
εσύ — you θα ερευνάς θα ερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερευνάει, θα ερευνά θα ερευνάται
εμείς — we θα ερευνάμε, θα ερευνούμε θα ερευνόμαστε, θα ερευνώμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα ερευνάτε θα ερευνάστε, θα ερευνάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερευνάν(ε), θα ερευνούν(ε) θα ερευνώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερευνήσω θα ερευνηθώ
εσύ — you θα ερευνήσεις θα ερευνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερευνήσει θα ερευνηθεί
εμείς — we θα ερευνήσουμε, θα ερευνήσομε θα ερευνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ερευνήσετε θα ερευνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερευνήσουν(ε) θα ερευνηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ερευνήσει θα έχω ερευνηθεί
εσύ — you θα έχεις ερευνήσει θα έχεις ερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ερευνήσει θα έχει ερευνηθεί
εμείς — we θα έχουμε ερευνήσει θα έχουμε ερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ερευνήσει θα έχετε ερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ερευνήσει θα έχουν ερευνηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερευνάω, να ερευνώ να ερευνώμαι
εσύ — you να ερευνάς να ερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερευνάει, να ερευνά να ερευνάται
εμείς — we να ερευνάμε, να ερευνούμε να ερευνόμαστε, να ερευνώμεθα
εσείς — you (plural / polite) να ερευνάτε να ερευνάστε, να ερευνάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερευνάν(ε), να ερευνούν(ε) να ερευνώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερευνήσω να ερευνηθώ
εσύ — you να ερευνήσεις να ερευνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερευνήσει να ερευνηθεί
εμείς — we να ερευνήσουμε, να ερευνήσομε να ερευνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ερευνήσετε να ερευνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερευνήσουν(ε) να ερευνηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ερευνήσει να έχω ερευνηθεί
εσύ — you να έχεις ερευνήσει να έχεις ερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ερευνήσει να έχει ερευνηθεί
εμείς — we να έχουμε ερευνήσει να έχουμε ερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ερευνήσει να έχετε ερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ερευνήσει να έχουν ερευνηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ερεύνα ερευνάτε — —
Simple ερεύνησε ερευνήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The continuous command is ερεύνα; the simple command is ερεύνησε.
  • The learned passive imperfect mainly uses ερευνάτο / ερευνώντο. Other uncommon personal forms are unlisted.
  • ερευνημένος, -η, -ο means researched or investigated; ερευνώμενος, -η, -ο means being investigated.

Η αστυνομία ερευνά την υπόθεση.

The police are investigating the case.

Το θέμα έχει ερευνηθεί εκτενώς.

The subject has been researched extensively.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ερευνώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ereunao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ereunao/