τιμάω (timao) — to honor

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τιμάω / τιμώ — to honour; esteem.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τιμάω, τιμώ τιμώμαι
εσύ — you τιμάς τιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τιμάει, τιμά τιμάται
εμείς — we τιμάμε, τιμούμε τιμόμαστε, τιμώμεθα
εσείς — you (plural / polite) τιμάτε τιμάστε, τιμάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τιμάν(ε), τιμούν(ε) τιμώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τιμούσα —
εσύ — you τιμούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τιμούσε —
εμείς — we τιμούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) τιμούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they τιμούσαν(ε) —

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τίμησα τιμήθηκα
εσύ — you τίμησες τιμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τίμησε τιμήθηκε
εμείς — we τιμήσαμε τιμηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τιμήσατε τιμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τίμησαν, τιμήσαν(ε) τιμήθηκαν, τιμηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τιμήσει έχω τιμηθεί
εσύ — you έχεις τιμήσει έχεις τιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τιμήσει έχει τιμηθεί
εμείς — we έχουμε τιμήσει έχουμε τιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τιμήσει έχετε τιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τιμήσει έχουν τιμηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τιμήσει είχα τιμηθεί
εσύ — you είχες τιμήσει είχες τιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τιμήσει είχε τιμηθεί
εμείς — we είχαμε τιμήσει είχαμε τιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τιμήσει είχατε τιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τιμήσει είχαν τιμηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τιμάω, θα τιμώ θα τιμώμαι
εσύ — you θα τιμάς θα τιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τιμάει, θα τιμά θα τιμάται
εμείς — we θα τιμάμε, θα τιμούμε θα τιμόμαστε, θα τιμώμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα τιμάτε θα τιμάστε, θα τιμάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τιμάν(ε), θα τιμούν(ε) θα τιμώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τιμήσω θα τιμηθώ
εσύ — you θα τιμήσεις θα τιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τιμήσει θα τιμηθεί
εμείς — we θα τιμήσουμε, θα τιμήσομε θα τιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τιμήσετε θα τιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τιμήσουν(ε) θα τιμηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τιμήσει θα έχω τιμηθεί
εσύ — you θα έχεις τιμήσει θα έχεις τιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τιμήσει θα έχει τιμηθεί
εμείς — we θα έχουμε τιμήσει θα έχουμε τιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τιμήσει θα έχετε τιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τιμήσει θα έχουν τιμηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τιμάω, να τιμώ να τιμώμαι
εσύ — you να τιμάς να τιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τιμάει, να τιμά να τιμάται
εμείς — we να τιμάμε, να τιμούμε να τιμόμαστε, να τιμώμεθα
εσείς — you (plural / polite) να τιμάτε να τιμάστε, να τιμάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τιμάν(ε), να τιμούν(ε) να τιμώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τιμήσω να τιμηθώ
εσύ — you να τιμήσεις να τιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τιμήσει να τιμηθεί
εμείς — we να τιμήσουμε, να τιμήσομε να τιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να τιμήσετε να τιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τιμήσουν(ε) να τιμηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τιμήσει να έχω τιμηθεί
εσύ — you να έχεις τιμήσει να έχεις τιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τιμήσει να έχει τιμηθεί
εμείς — we να έχουμε τιμήσει να έχουμε τιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τιμήσει να έχετε τιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τιμήσει να έχουν τιμηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τίμα (εσύ), τιμάτε (εσείς).

Simple: τίμησε (εσύ); τιμήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • τιμώμαι means being honoured. Learned forms such as τιμώμεθα and τιμάσθε also occur; passive imperfect forms are not listed in this learner table. τιμημένος, -η, -ο means honoured. Do not confuse τιμώ with τιμωρώ, punish.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τίμησαν τη μνήμη του ποιητή.

They honoured the poet’s memory.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τιμώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/timao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /timao/