Timao

Timao

ΤΙΜΩ
I honor
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
τιμάω, τιμώ τιμάμε, τιμούμε τιμώμαι τιμόμαστε, τιμώμεθα
τιμάς τιμάτε τιμάσαι τιμάστε, τιμάσθε
τιμάει, τιμά τιμάν(ε), τιμούν(ε) τιμάται τιμώνται
Imper
fect
τιμούσα τιμούσαμε
τιμούσες τιμούσατε
τιμούσε τιμούσαν(ε)
Aorist τίμησα τιμήσαμε τιμήθηκα τιμηθήκαμε
τίμησες τιμήσατε τιμήθηκες τιμηθήκατε
τίμησε τίμησαν, τιμήσαν(ε) τιμήθηκε τιμήθηκαν, τιμηθήκαν(ε)
Perf
ect
έχω τιμήσει
έχω τιμημένο
έχουμε τιμήσει
έχουμε τιμημένο
έχω τιμηθεί έχουμε τιμηθεί
έχεις τιμήσει
έχεις τιμημένο
έχετε τιμήσει
έχετε τιμημένο
έχεις τιμηθεί έχετε τιμηθεί
έχει τιμήσει
έχει τιμημένο
έχουν τιμήσει
έχουν τιμημένο
έχει τιμηθεί έχουν τιμηθεί
Plu
perf
ect
είχα τιμήσει
είχα τιμημένο
είχαμε τιμήσει
είχαμε τιμημένο
είχα τιμηθεί είχαμε τιμηθεί
είχες τιμήσει
είχες τιμημένο
είχατε τιμήσει
είχατε τιμημένο
είχες τιμηθεί είχατε τιμηθεί
είχε τιμήσει
είχε τιμημένο
είχαν τιμήσει
είχαν τιμημένο
είχε τιμηθεί είχαν τιμηθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα τιμάω, θα τιμώ θα τιμάμε, θα τιμούμε θα τιμώμαι θα τιμόμαστε, θα τιμώμεθα
θα τιμάς θα τιμάτε θα τιμάσαι θα τιμάστε, θα τιμάσθε
θα τιμάει, θα τιμά θα τιμάν(ε), θα τιμούν(ε) θα τιμάται θα τιμώνται
Simp
Fut
θα τιμήσω θα τιμήσουμε, θα τιμήσομε θα τιμηθώ θα τιμηθούμε
θα τιμήσεις θα τιμήσετε θα τιμηθείς θα τιμηθείτε
θα τιμήσει θα τιμήσουν(ε) θα τιμηθεί θα τιμηθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω τιμήσει
θα έχω τιμημένο
θα έχουμε τιμήσει
θα έχουμε τιμημένο
θα έχω τιμηθεί θα έχουμε τιμηθεί
θα έχεις τιμήσει
θα έχεις τιμημένο
θα έχετε τιμήσει
θα έχετε τιμημένο
θα έχεις τιμηθεί θα έχετε τιμηθεί
θα έχει τιμήσει
θα έχει τιμημένο
θα έχουν τιμήσει
θα έχουν τιμημένο
θα έχει τιμηθεί θα έχουν τιμηθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να τιμάω, να τιμώ να τιμάμε, να τιμούμε να τιμώμαι να τιμόμαστε, να τιμώμεθα
να τιμάς να τιμάτε να τιμάσαι να τιμάστε, να τιμάσθε
να τιμάει, να τιμά να τιμάν(ε), να τιμούν(ε) να τιμάται να τιμώνται
Aorist να τιμήσω να τιμήσουμε, να τιμήσομε να τιμηθώ να τιμηθούμε
να τιμήσεις να τιμήσετε να τιμηθείς να τιμηθείτε
να τιμήσει να τιμήσουν(ε) να τιμηθεί να τιμηθούν(ε)
Perf να έχω τιμήσει
να έχω τιμημένο
να έχουμε τιμήσει
να έχουμε τιμημένο
να έχω τιμηθεί να έχουμε τιμηθεί
να έχεις τιμήσει
να έχεις τιμημένο
να έχετε τιμήσει
να έχετε τιμημένο
να έχεις τιμηθεί να έχετε τιμηθεί
να έχει τιμήσει
να έχει τιμημένο
να έχουν τιμήσει
να έχουν τιμημένο
να έχει τιμηθεί να έχουν τιμηθεί
Imper
ative
Pres τίμα τιμάτε τιμάστε, τιμάσθε
Aorist τίμησε, τίμα τιμήστε τιμήσου τιμηθείτε
Part
iciple
Pres τιμώντας
Perf έχοντας τιμήσει τιμημένος, -η, -ο τιμημένοι, -ες, -α
Infin Aorist τιμήσει τιμηθεί


2017-03-22T01:57:12+00:00