τυλίγω (tiligo) — to wrap; wind

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τυλίγω — to wrap; wind.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τυλίγω τυλίγομαι
εσύ — you τυλίγεις τυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τυλίγει τυλίγεται
εμείς — we τυλίγουμε, τυλίγομε τυλιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τυλίγετε τυλίγεστε, τυλιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τυλίγουν(ε) τυλίγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τύλιγα τυλιγόμουν(α)
εσύ — you τύλιγες τυλιγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τύλιγε τυλιγόταν(ε)
εμείς — we τυλίγαμε τυλιγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τυλίγατε τυλιγόσαστε, τυλιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τύλιγαν, τυλίγαν(ε) τυλίγονταν, τυλιγόντανε, τυλιγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τύλιξα τυλίχτηκα
εσύ — you τύλιξες τυλίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τύλιξε τυλίχτηκε
εμείς — we τυλίξαμε τυλιχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τυλίξατε τυλιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τύλιξαν, τυλίξαν(ε) τυλίχτηκαν, τυλιχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τυλίξει έχω τυλιχτεί
εσύ — you έχεις τυλίξει έχεις τυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τυλίξει έχει τυλιχτεί
εμείς — we έχουμε τυλίξει έχουμε τυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τυλίξει έχετε τυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τυλίξει έχουν τυλιχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τυλίξει είχα τυλιχτεί
εσύ — you είχες τυλίξει είχες τυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τυλίξει είχε τυλιχτεί
εμείς — we είχαμε τυλίξει είχαμε τυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τυλίξει είχατε τυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τυλίξει είχαν τυλιχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τυλίγω θα τυλίγομαι
εσύ — you θα τυλίγεις θα τυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τυλίγει θα τυλίγεται
εμείς — we θα τυλίγουμε, θα τυλίγομε θα τυλιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τυλίγετε θα τυλίγεστε, θα τυλιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τυλίγουν(ε) θα τυλίγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τυλίξω θα τυλιχτώ
εσύ — you θα τυλίξεις θα τυλιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τυλίξει θα τυλιχτεί
εμείς — we θα τυλίξουμε, θα τυλίξομε θα τυλιχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τυλίξετε θα τυλιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τυλίξουν(ε) θα τυλιχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τυλίξει θα έχω τυλιχτεί
εσύ — you θα έχεις τυλίξει θα έχεις τυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τυλίξει θα έχει τυλιχτεί
εμείς — we θα έχουμε τυλίξει θα έχουμε τυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τυλίξει θα έχετε τυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τυλίξει θα έχουν τυλιχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τυλίγω να τυλίγομαι
εσύ — you να τυλίγεις να τυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τυλίγει να τυλίγεται
εμείς — we να τυλίγουμε, να τυλίγομε να τυλιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τυλίγετε να τυλίγεστε, να τυλιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τυλίγουν(ε) να τυλίγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τυλίξω να τυλιχτώ
εσύ — you να τυλίξεις να τυλιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τυλίξει να τυλιχτεί
εμείς — we να τυλίξουμε, να τυλίξομε να τυλιχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να τυλίξετε να τυλιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τυλίξουν(ε) να τυλιχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τυλίξει να έχω τυλιχτεί
εσύ — you να έχεις τυλίξει να έχεις τυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τυλίξει να έχει τυλιχτεί
εμείς — we να έχουμε τυλίξει να έχουμε τυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τυλίξει να έχετε τυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τυλίξει να έχουν τυλιχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τύλιγε (εσύ), τυλίγετε (εσείς). Middle: τυλίξου, τυλιχτείτε.

Simple: τύλιξε (εσύ); τυλίξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for wrapping an object, winding something around something else, or enveloping. τυλιγμένος, -η, -ο means wrapped.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τύλιξε το δώρο με χαρτί.

Wrap the gift in paper.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τυλίγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/tiligo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /tiligo/