Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
διαλέγω: core forms & usage
to choose
The perfective stem changes γ to ξ: διάλεξα, θα διαλέξω.
Διαλέγω ένα βιβλίο για το ταξίδι.
I choose a book for the journey.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διαλέγω |
| you (singular) | διαλέγεις |
| he / she / it | διαλέγει |
| we | διαλέγουμε, διαλέγομε |
| you (plural or polite) | διαλέγετε |
| they | διαλέγουν, διαλέγουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διάλεγα |
| you (singular) | διάλεγες |
| he / she / it | διάλεγε |
| we | διαλέγαμε |
| you (plural or polite) | διαλέγατε |
| they | διάλεγαν, διαλέγαν, διαλέγανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διάλεξα |
| you (singular) | διάλεξες |
| he / she / it | διάλεξε |
| we | διαλέξαμε |
| you (plural or polite) | διαλέξατε |
| they | διάλεξαν, διαλέξαν, διαλέξανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα διαλέξω |
| you (singular) | θα διαλέξεις |
| he / she / it | θα διαλέξει |
| we | θα διαλέξουμε, θα διαλέξομε |
| you (plural or polite) | θα διαλέξετε |
| they | θα διαλέξουν, θα διαλέξουνε |
See this verb in use
Διαλέγω ένα δώρο για τη φίλη μου.
I am choosing a gift for my friend.
Διαλέγω means choose or select. Ένα δώρο is what is chosen; για τη φίλη μου says whom the gift is for. The feminine article τη identifies a female friend.
διαλέγω means “to choose” or “to select.” The passive column here describes being chosen. There is also a separate learned use of διαλέγομαι meaning “to hold a dialogue / converse,” which should be interpreted in its own context.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διαλέγω | διαλέγομαι |
| εσύ — you | διαλέγεις | διαλέγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διαλέγει | διαλέγεται |
| εμείς — we | διαλέγουμε, διαλέγομε | διαλεγόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαλέγετε | διαλέγεστε, διαλεγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διαλέγουν(ε) | διαλέγονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διάλεγα | διαλεγόμουν(α) |
| εσύ — you | διάλεγες | διαλεγόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διάλεγε | διαλεγόταν(ε) |
| εμείς — we | διαλέγαμε | διαλεγόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | διαλέγατε | διαλεγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διάλεγαν, διαλέγαν(ε) | διαλέγονταν, διαλεγόντανε, διαλεγόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διάλεξα | διαλέχτηκα |
| εσύ — you | διάλεξες | διαλέχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διάλεξε | διαλέχτηκε |
| εμείς — we | διαλέξαμε | διαλεχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαλέξατε | διαλεχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διάλεξαν, διαλέξαν(ε) | διαλέχτηκαν, διαλεχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω διαλέξει | έχω διαλεχτεί |
| εσύ — you | έχεις διαλέξει | έχεις διαλεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει διαλέξει | έχει διαλεχτεί |
| εμείς — we | έχουμε διαλέξει | έχουμε διαλεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε διαλέξει | έχετε διαλεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν διαλέξει | έχουν διαλεχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα διαλέξει | είχα διαλεχτεί |
| εσύ — you | είχες διαλέξει | είχες διαλεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε διαλέξει | είχε διαλεχτεί |
| εμείς — we | είχαμε διαλέξει | είχαμε διαλεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε διαλέξει | είχατε διαλεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν διαλέξει | είχαν διαλεχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα διαλέγω | θα διαλέγομαι |
| εσύ — you | θα διαλέγεις | θα διαλέγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διαλέγει | θα διαλέγεται |
| εμείς — we | θα διαλέγουμε, θα διαλέγομε | θα διαλεγόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διαλέγετε | θα διαλέγεστε, θα διαλεγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διαλέγουν(ε) | θα διαλέγονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα διαλέξω | θα διαλεχτώ |
| εσύ — you | θα διαλέξεις | θα διαλεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διαλέξει | θα διαλεχτεί |
| εμείς — we | θα διαλέξουμε, θα διαλέξομε | θα διαλεχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διαλέξετε | θα διαλεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διαλέξουν(ε) | θα διαλεχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω διαλέξει | θα έχω διαλεχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις διαλέξει | θα έχεις διαλεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει διαλέξει | θα έχει διαλεχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε διαλέξει | θα έχουμε διαλεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε διαλέξει | θα έχετε διαλεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν διαλέξει | θα έχουν διαλεχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να διαλέγω | να διαλέγομαι |
| εσύ — you | να διαλέγεις | να διαλέγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διαλέγει | να διαλέγεται |
| εμείς — we | να διαλέγουμε, να διαλέγομε | να διαλεγόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διαλέγετε | να διαλέγεστε, να διαλεγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διαλέγουν(ε) | να διαλέγονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να διαλέξω | να διαλεχτώ |
| εσύ — you | να διαλέξεις | να διαλεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διαλέξει | να διαλεχτεί |
| εμείς — we | να διαλέξουμε, να διαλέξομε | να διαλεχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διαλέξετε | να διαλεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διαλέξουν(ε) | να διαλεχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω διαλέξει | να έχω διαλεχτεί |
| εσύ — you | να έχεις διαλέξει | να έχεις διαλεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει διαλέξει | να έχει διαλεχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε διαλέξει | να έχουμε διαλεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε διαλέξει | να έχετε διαλεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν διαλέξει | να έχουν διαλεχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: διάλεγε (εσύ); διαλέγετε (εσείς). Direct passive commands in the meaning “be chosen” are uncommon.
Simple: διάλεξε (εσύ); διαλέξτε, διαλέχτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: διαλέγοντας. Result participle: διαλεγμένος, διαλεγμένη, διαλεγμένο.
- In the sense “be chosen,” έχω διαλεχτεί is passive. In the learned dialogue sense, middle-form morphology can carry an active meaning; this table concerns choosing.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Διάλεξε το βιβλίο που σου αρέσει περισσότερο.
Choose the book you like best.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαλέγω.
https://moderngreekverbs.com/dialego/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.