Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαλύω — to dissolve, disperse, break up

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαλύω means “to dissolve,” “to break up,” “to disperse” or “to dismantle,” depending on its object. Passive διαλύομαι can describe something dissolving or falling apart.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαλύω διαλύομαι
εσύ — you διαλύεις διαλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαλύει διαλύεται
εμείς — we διαλύουμε, διαλύομε διαλυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαλύετε διαλύεστε, διαλυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαλύουν(ε) διαλύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέλυα διαλυόμουν(α)
εσύ — you διέλυες διαλυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέλυε διαλυόταν(ε)
εμείς — we διαλύαμε διαλυόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαλύατε διαλυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέλυαν, διαλύαν(ε) διαλύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέλυσα, διάλυσα διαλύθηκα
εσύ — you διέλυσες, διάλυσες διαλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέλυσε, διάλυσε διαλύθηκε
εμείς — we διαλύσαμε διαλυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαλύσατε διαλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέλυσαν, διαλύσαν(ε) διαλύθηκαν, διαλυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαλύσει έχω διαλυθεί
εσύ — you έχεις διαλύσει έχεις διαλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαλύσει έχει διαλυθεί
εμείς — we έχουμε διαλύσει έχουμε διαλυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαλύσει έχετε διαλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαλύσει έχουν διαλυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαλύσει είχα διαλυθεί
εσύ — you είχες διαλύσει είχες διαλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαλύσει είχε διαλυθεί
εμείς — we είχαμε διαλύσει είχαμε διαλυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαλύσει είχατε διαλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαλύσει είχαν διαλυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαλύω θα διαλύομαι
εσύ — you θα διαλύεις θα διαλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαλύει θα διαλύεται
εμείς — we θα διαλύουμε, θα διαλύομε θα διαλυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαλύετε θα διαλύεστε, θα διαλυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαλύουν(ε) θα διαλύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαλύσω θα διαλυθώ
εσύ — you θα διαλύσεις θα διαλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαλύσει θα διαλυθεί
εμείς — we θα διαλύσουμε, θα διαλύσομε θα διαλυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαλύσετε θα διαλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαλύσουν(ε) θα διαλυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαλύσει θα έχω διαλυθεί
εσύ — you θα έχεις διαλύσει θα έχεις διαλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαλύσει θα έχει διαλυθεί
εμείς — we θα έχουμε διαλύσει θα έχουμε διαλυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαλύσει θα έχετε διαλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαλύσει θα έχουν διαλυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαλύω να διαλύομαι
εσύ — you να διαλύεις να διαλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαλύει να διαλύεται
εμείς — we να διαλύουμε, να διαλύομε να διαλυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαλύετε να διαλύεστε, να διαλυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαλύουν(ε) να διαλύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαλύσω να διαλυθώ
εσύ — you να διαλύσεις να διαλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαλύσει να διαλυθεί
εμείς — we να διαλύσουμε, να διαλύσομε να διαλυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαλύσετε να διαλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαλύσουν(ε) να διαλυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαλύσει να έχω διαλυθεί
εσύ — you να έχεις διαλύσει να έχεις διαλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαλύσει να έχει διαλυθεί
εμείς — we να έχουμε διαλύσει να έχουμε διαλυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαλύσει να έχετε διαλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαλύσει να έχουν διαλυθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διάλυε διαλύετε — —
Simple διάλυσε διαλύστε διαλύσου διαλυθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The aorist has διέλυσα and διάλυσα. The singular simple imperative is διάλυσε.
  • Present participle: διαλύοντας. Result participle: διαλυμένος, διαλυμένη, διαλυμένο.
  • Λύνω is a separate related verb, not an alternative present-tense form of διαλύω.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η ζάχαρη διαλύθηκε στο νερό.

The sugar dissolved in the water.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαλύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dialuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

1 thought on “διαλύω — to dissolve, disperse, break up”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /dialuo/