Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαμαρτυρώ — to protest a bill (commercial use)

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαμαρτυρώ is a formal commercial verb: to protest a bill or promissory note over non-acceptance or non-payment. This specialised sense differs from ordinary διαμαρτύρομαι, “to protest / complain.” For the everyday meaning, see διαμαρτύρομαι.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαμαρτυρώ διαμαρτυρούμαι
εσύ — you διαμαρτυρείς διαμαρτυρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαμαρτυρεί διαμαρτυρείται
εμείς — we διαμαρτυρούμε διαμαρτυρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαμαρτυρείτε διαμαρτυρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαμαρτυρούν(ε) διαμαρτυρούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαμαρτυρούσα διαμαρτυρούμουν
εσύ — you διαμαρτυρούσες διαμαρτυρούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαμαρτυρούσε διαμαρτυρούνταν, διαμαρτυρείτο
εμείς — we διαμαρτυρούσαμε διαμαρτυρούμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαμαρτυρούσατε διαμαρτυρούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαμαρτυρούσαν(ε) διαμαρτυρούνταν, διαμαρτυρούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαμαρτύρησα διαμαρτυρήθηκα
εσύ — you διαμαρτύρησες διαμαρτυρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαμαρτύρησε διαμαρτυρήθηκε
εμείς — we διαμαρτυρήσαμε διαμαρτυρηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαμαρτυρήσατε διαμαρτυρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαμαρτύρησαν, διαμαρτυρήσαν(ε) διαμαρτυρήθηκαν, διαμαρτυρηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαμαρτυρήσει έχω διαμαρτυρηθεί
εσύ — you έχεις διαμαρτυρήσει έχεις διαμαρτυρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαμαρτυρήσει έχει διαμαρτυρηθεί
εμείς — we έχουμε διαμαρτυρήσει έχουμε διαμαρτυρηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαμαρτυρήσει έχετε διαμαρτυρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαμαρτυρήσει έχουν διαμαρτυρηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαμαρτυρήσει είχα διαμαρτυρηθεί
εσύ — you είχες διαμαρτυρήσει είχες διαμαρτυρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαμαρτυρήσει είχε διαμαρτυρηθεί
εμείς — we είχαμε διαμαρτυρήσει είχαμε διαμαρτυρηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαμαρτυρήσει είχατε διαμαρτυρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαμαρτυρήσει είχαν διαμαρτυρηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαμαρτυρώ θα διαμαρτυρούμαι
εσύ — you θα διαμαρτυρείς θα διαμαρτυρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαμαρτυρεί θα διαμαρτυρείται
εμείς — we θα διαμαρτυρούμε θα διαμαρτυρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαμαρτυρείτε θα διαμαρτυρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαμαρτυρούν(ε) θα διαμαρτυρούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαμαρτυρήσω θα διαμαρτυρηθώ
εσύ — you θα διαμαρτυρήσεις θα διαμαρτυρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαμαρτυρήσει θα διαμαρτυρηθεί
εμείς — we θα διαμαρτυρήσουμε θα διαμαρτυρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαμαρτυρήσετε θα διαμαρτυρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαμαρτυρήσουν(ε) θα διαμαρτυρηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαμαρτυρήσει θα έχω διαμαρτυρηθεί
εσύ — you θα έχεις διαμαρτυρήσει θα έχεις διαμαρτυρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαμαρτυρήσει θα έχει διαμαρτυρηθεί
εμείς — we θα έχουμε διαμαρτυρήσει θα έχουμε διαμαρτυρηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαμαρτυρήσει θα έχετε διαμαρτυρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαμαρτυρήσει θα έχουν διαμαρτυρηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαμαρτυρώ να διαμαρτυρούμαι
εσύ — you να διαμαρτυρείς να διαμαρτυρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαμαρτυρεί να διαμαρτυρείται
εμείς — we να διαμαρτυρούμε να διαμαρτυρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαμαρτυρείτε να διαμαρτυρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαμαρτυρούν(ε) να διαμαρτυρούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαμαρτυρήσω να διαμαρτυρηθώ
εσύ — you να διαμαρτυρήσεις να διαμαρτυρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαμαρτυρήσει να διαμαρτυρηθεί
εμείς — we να διαμαρτυρήσουμε, να διαμαρτυρήσομε να διαμαρτυρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαμαρτυρήσετε να διαμαρτυρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαμαρτυρήσουν(ε) να διαμαρτυρηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαμαρτυρήσει να έχω διαμαρτυρηθεί
εσύ — you να έχεις διαμαρτυρήσει να έχεις διαμαρτυρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαμαρτυρήσει να έχει διαμαρτυρηθεί
εμείς — we να έχουμε διαμαρτυρήσει να έχουμε διαμαρτυρηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαμαρτυρήσει να έχετε διαμαρτυρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαμαρτυρήσει να έχουν διαμαρτυρηθεί

Imperative · Προστακτική

These are active forms in the specialised commercial sense. Such instructions belong to the relevant formal context; they are not ordinary commands to join a protest.

Simple: διαμαρτύρησε (εσύ); διαμαρτυρήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The related noun διαμαρτύρηση refers to this formal protest and its document. Ordinary protest / objection is διαμαρτυρία.
  • Διαμαρτυρημένος, διαμαρτυρημένη, διαμαρτυρημένο occurs in commercial expressions such as διαμαρτυρημένη συναλλαγματική (a protested bill).
  • For ordinary “I have protested,” use έχω διαμαρτυρηθεί, from διαμαρτύρομαι. The learned variant διαμαρτυρούμαι can also occur in that ordinary sense; context distinguishes it from the passive commercial use.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η συναλλαγματική διαμαρτυρήθηκε.

The bill of exchange was formally protested.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαμαρτυρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diamarturo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diamarturo/