Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διακοσμώ — to decorate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διακοσμώ means “to decorate.” Passive διακοσμούμαι means “to be decorated.” The passive is especially common with rooms, buildings and objects as its subject.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διακοσμώ διακοσμούμαι
εσύ — you διακοσμείς διακοσμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διακοσμεί διακοσμείται
εμείς — we διακοσμούμε διακοσμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) διακοσμείτε διακοσμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διακοσμούν(ε) διακοσμούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διακοσμούσα διακοσμούμουν
εσύ — you διακοσμούσες διακοσμούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διακοσμούσε διακοσμούνταν, διακοσμείτο
εμείς — we διακοσμούσαμε διακοσμούμασταν
εσείς — you (plural / polite) διακοσμούσατε διακοσμούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διακοσμούσαν(ε) διακοσμούνταν, διακοσμούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διακόσμησα διακοσμήθηκα
εσύ — you διακόσμησες διακοσμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διακόσμησε διακοσμήθηκε
εμείς — we διακοσμήσαμε διακοσμηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διακοσμήσατε διακοσμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διακόσμησαν, διακοσμήσαν(ε) διακοσμήθηκαν, διακοσμηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διακοσμήσει έχω διακοσμηθεί
εσύ — you έχεις διακοσμήσει έχεις διακοσμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διακοσμήσει έχει διακοσμηθεί
εμείς — we έχουμε διακοσμήσει έχουμε διακοσμηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διακοσμήσει έχετε διακοσμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διακοσμήσει έχουν διακοσμηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διακοσμήσει είχα διακοσμηθεί
εσύ — you είχες διακοσμήσει είχες διακοσμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διακοσμήσει είχε διακοσμηθεί
εμείς — we είχαμε διακοσμήσει είχαμε διακοσμηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διακοσμήσει είχατε διακοσμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διακοσμήσει είχαν διακοσμηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διακοσμώ θα διακοσμούμαι
εσύ — you θα διακοσμείς θα διακοσμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διακοσμεί θα διακοσμείται
εμείς — we θα διακοσμούμε θα διακοσμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διακοσμείτε θα διακοσμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διακοσμούν(ε) θα διακοσμούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διακοσμήσω θα διακοσμηθώ
εσύ — you θα διακοσμήσεις θα διακοσμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διακοσμήσει θα διακοσμηθεί
εμείς — we θα διακοσμήσουμε θα διακοσμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διακοσμήσετε θα διακοσμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διακοσμήσουν(ε) θα διακοσμηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διακοσμήσει θα έχω διακοσμηθεί
εσύ — you θα έχεις διακοσμήσει θα έχεις διακοσμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διακοσμήσει θα έχει διακοσμηθεί
εμείς — we θα έχουμε διακοσμήσει θα έχουμε διακοσμηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διακοσμήσει θα έχετε διακοσμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διακοσμήσει θα έχουν διακοσμηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διακοσμώ να διακοσμούμαι
εσύ — you να διακοσμείς να διακοσμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διακοσμεί να διακοσμείται
εμείς — we να διακοσμούμε να διακοσμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διακοσμείτε να διακοσμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διακοσμούν(ε) να διακοσμούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διακοσμήσω να διακοσμηθώ
εσύ — you να διακοσμήσεις να διακοσμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διακοσμήσει να διακοσμηθεί
εμείς — we να διακοσμήσουμε, να διακοσμήσομε να διακοσμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διακοσμήσετε να διακοσμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διακοσμήσουν(ε) να διακοσμηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διακοσμήσει να έχω διακοσμηθεί
εσύ — you να έχεις διακοσμήσει να έχεις διακοσμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διακοσμήσει να έχει διακοσμηθεί
εμείς — we να έχουμε διακοσμήσει να έχουμε διακοσμηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διακοσμήσει να έχετε διακοσμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διακοσμήσει να έχουν διακοσμηθεί

Imperative · Προστακτική

For continuing or repeated decoration, use να διακοσμείς (εσύ) or διακοσμείτε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: διακόσμησε (εσύ); διακοσμήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: διακοσμώντας. Passive present participle: διακοσμούμενος, διακοσμούμενη, διακοσμούμενο. Result participle: διακοσμημένος, διακοσμημένη, διακοσμημένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το δωμάτιο είναι διακοσμημένο με λουλούδια.

The room is decorated with flowers.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διακοσμώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diakosmo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diakosmo/