τιμωρώ (timoro) — to punish

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τιμωρώ — to punish.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τιμωρώ τιμωρούμαι
εσύ — you τιμωρείς τιμωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τιμωρεί τιμωρείται
εμείς — we τιμωρούμε τιμωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) τιμωρείτε τιμωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τιμωρούν(ε) τιμωρούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τιμωρούσα τιμωρούμουν
εσύ — you τιμωρούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τιμωρούσε τιμωρούνταν, ετιμωρείτο
εμείς — we τιμωρούσαμε τιμωρούμασταν
εσείς — you (plural / polite) τιμωρούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they τιμωρούσαν(ε) τιμωρούνταν, ετιμωρούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τιμώρησα τιμωρήθηκα
εσύ — you τιμώρησες τιμωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τιμώρησε τιμωρήθηκε
εμείς — we τιμωρήσαμε τιμωρηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τιμωρήσατε τιμωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τιμώρησαν, τιμωρήσαν(ε) τιμωρήθηκαν, τιμωρηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τιμωρήσει έχω τιμωρηθεί
εσύ — you έχεις τιμωρήσει έχεις τιμωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τιμωρήσει έχει τιμωρηθεί
εμείς — we έχουμε τιμωρήσει έχουμε τιμωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τιμωρήσει έχετε τιμωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τιμωρήσει έχουν τιμωρηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τιμωρήσει είχα τιμωρηθεί
εσύ — you είχες τιμωρήσει είχες τιμωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τιμωρήσει είχε τιμωρηθεί
εμείς — we είχαμε τιμωρήσει είχαμε τιμωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τιμωρήσει είχατε τιμωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τιμωρήσει είχαν τιμωρηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τιμωρώ θα τιμωρούμαι
εσύ — you θα τιμωρείς θα τιμωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τιμωρεί θα τιμωρείται
εμείς — we θα τιμωρούμε θα τιμωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τιμωρείτε θα τιμωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τιμωρούν(ε) θα τιμωρούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τιμωρήσω θα τιμωρηθώ
εσύ — you θα τιμωρήσεις θα τιμωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τιμωρήσει θα τιμωρηθεί
εμείς — we θα τιμωρήσουμε θα τιμωρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τιμωρήσετε θα τιμωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τιμωρήσουν(ε) θα τιμωρηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τιμωρήσει θα έχω τιμωρηθεί
εσύ — you θα έχεις τιμωρήσει θα έχεις τιμωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τιμωρήσει θα έχει τιμωρηθεί
εμείς — we θα έχουμε τιμωρήσει θα έχουμε τιμωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τιμωρήσει θα έχετε τιμωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τιμωρήσει θα έχουν τιμωρηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τιμωρώ να τιμωρούμαι
εσύ — you να τιμωρείς να τιμωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τιμωρεί να τιμωρείται
εμείς — we να τιμωρούμε να τιμωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τιμωρείτε να τιμωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τιμωρούν(ε) να τιμωρούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τιμωρήσω να τιμωρηθώ
εσύ — you να τιμωρήσεις να τιμωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τιμωρήσει να τιμωρηθεί
εμείς — we να τιμωρήσουμε, να τιμωρήσομε να τιμωρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να τιμωρήσετε να τιμωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τιμωρήσουν(ε) να τιμωρηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τιμωρήσει να έχω τιμωρηθεί
εσύ — you να έχεις τιμωρήσει να έχεις τιμωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τιμωρήσει να έχει τιμωρηθεί
εμείς — we να έχουμε τιμωρήσει να έχουμε τιμωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τιμωρήσει να έχετε τιμωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τιμωρήσει να έχουν τιμωρηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: τιμωρείτε.

Simple: τιμώρησε (εσύ); τιμωρήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • τιμωρούμαι means being punished; τιμωρημένος, -η, -ο describes the punished state. It is a different verb from τιμώ, honour. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η ομάδα τιμωρήθηκε με πρόστιμο.

The team was punished with a fine.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τιμωρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/timoro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /timoro/