Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

ξετυλίγω — to unwrap; to unwind

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ξετυλίγω — to unwrap; to unwind.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξετυλίγω ξετυλίγομαι
εσύ — you ξετυλίγεις ξετυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξετυλίγει ξετυλίγεται
εμείς — we ξετυλίγουμε, ξετυλίγομε ξετυλιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ξετυλίγετε ξετυλίγεστε, ξετυλιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξετυλίγουν(ε) ξετυλίγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξετύλιγα ξετυλιγόμουν(α)
εσύ — you ξετύλιγες ξετυλιγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξετύλιγε ξετυλιγόταν(ε)
εμείς — we ξετυλίγαμε ξετυλιγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ξετυλίγατε ξετυλιγόσαστε, ξετυλιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξετύλιγαν, ξετυλίγαν(ε) ξετυλίγονταν, ξετυλιγόντανε, ξετυλιγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξετύλιξα ξετυλίχτηκα
εσύ — you ξετύλιξες ξετυλίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξετύλιξε ξετυλίχτηκε
εμείς — we ξετυλίξαμε ξετυλιχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ξετυλίξατε ξετυλιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξετύλιξαν, ξετυλίξαν(ε) ξετυλίχτηκαν, ξετυλιχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ξετυλίξει έχω ξετυλιχτεί
εσύ — you έχεις ξετυλίξει έχεις ξετυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ξετυλίξει έχει ξετυλιχτεί
εμείς — we έχουμε ξετυλίξει έχουμε ξετυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ξετυλίξει έχετε ξετυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ξετυλίξει έχουν ξετυλιχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ξετυλίξει είχα ξετυλιχτεί
εσύ — you είχες ξετυλίξει είχες ξετυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ξετυλίξει είχε ξετυλιχτεί
εμείς — we είχαμε ξετυλίξει είχαμε ξετυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ξετυλίξει είχατε ξετυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ξετυλίξει είχαν ξετυλιχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξετυλίγω θα ξετυλίγομαι
εσύ — you θα ξετυλίγεις θα ξετυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξετυλίγει θα ξετυλίγεται
εμείς — we θα ξετυλίγουμε, θα ξετυλίγομε θα ξετυλιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ξετυλίγετε θα ξετυλίγεστε, θα ξετυλιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξετυλίγουν(ε) θα ξετυλίγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξετυλίξω θα ξετυλιχτώ
εσύ — you θα ξετυλίξεις θα ξετυλιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξετυλίξει θα ξετυλιχτεί
εμείς — we θα ξετυλίξουμε, θα ξετυλίξομε θα ξετυλιχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ξετυλίξετε θα ξετυλιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξετυλίξουν(ε) θα ξετυλιχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ξετυλίξει θα έχω ξετυλιχτεί
εσύ — you θα έχεις ξετυλίξει θα έχεις ξετυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ξετυλίξει θα έχει ξετυλιχτεί
εμείς — we θα έχουμε ξετυλίξει θα έχουμε ξετυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ξετυλίξει θα έχετε ξετυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ξετυλίξει θα έχουν ξετυλιχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξετυλίγω να ξετυλίγομαι
εσύ — you να ξετυλίγεις να ξετυλίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξετυλίγει να ξετυλίγεται
εμείς — we να ξετυλίγουμε, να ξετυλίγομε να ξετυλιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ξετυλίγετε να ξετυλίγεστε, να ξετυλιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξετυλίγουν(ε) να ξετυλίγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξετυλίξω να ξετυλιχτώ
εσύ — you να ξετυλίξεις να ξετυλιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξετυλίξει να ξετυλιχτεί
εμείς — we να ξετυλίξουμε, να ξετυλίξομε να ξετυλιχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ξετυλίξετε να ξετυλιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξετυλίξουν(ε) να ξετυλιχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ξετυλίξει να έχω ξετυλιχτεί
εσύ — you να έχεις ξετυλίξει να έχεις ξετυλιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ξετυλίξει να έχει ξετυλιχτεί
εμείς — we να έχουμε ξετυλίξει να έχουμε ξετυλιχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ξετυλίξει να έχετε ξετυλιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ξετυλίξει να έχουν ξετυλιχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ξετύλιγε ξετυλίγετε — —
Simple ξετύλιξε ξετυλίξτε, ξετυλίχτε ξετυλίξου ξετυλιχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ξετυλίγω can mean unwrap or unwind; ξετυλίγομαι can describe a story or events unfolding.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ξετύλιξε το δώρο.

Unwrap the present.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξετυλίγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksetuligo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ksetuligo/