Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

εκτιμάω — to appreciate; to estimate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκτιμάω / εκτιμώ means to appreciate or esteem someone or something, and also to estimate or assess an amount or value.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εκτιμάω, εκτιμώ εκτιμώμαι
εσύ — you εκτιμάς εκτιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκτιμάει, εκτιμά εκτιμάται
εμείς — we εκτιμάμε, εκτιμούμε εκτιμόμαστε, εκτιμώμεθα
εσείς — you (plural / polite) εκτιμάτε εκτιμάστε, εκτιμάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκτιμάν(ε), εκτιμούν(ε) εκτιμώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εκτιμούσα —
εσύ — you εκτιμούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκτιμούσε εκτιμάτο
εμείς — we εκτιμούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) εκτιμούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκτιμούσαν(ε) εκτιμώντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εκτίμησα εκτιμήθηκα
εσύ — you εκτίμησες εκτιμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκτίμησε εκτιμήθηκε
εμείς — we εκτιμήσαμε εκτιμηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εκτιμήσατε εκτιμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκτίμησαν, εκτιμήσαν(ε) εκτιμήθηκαν, εκτιμηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εκτιμήσει έχω εκτιμηθεί
εσύ — you έχεις εκτιμήσει έχεις εκτιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκτιμήσει έχει εκτιμηθεί
εμείς — we έχουμε εκτιμήσει έχουμε εκτιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκτιμήσει έχετε εκτιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκτιμήσει έχουν εκτιμηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εκτιμήσει είχα εκτιμηθεί
εσύ — you είχες εκτιμήσει είχες εκτιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκτιμήσει είχε εκτιμηθεί
εμείς — we είχαμε εκτιμήσει είχαμε εκτιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκτιμήσει είχατε εκτιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκτιμήσει είχαν εκτιμηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκτιμάω, θα εκτιμώ θα εκτιμώμαι
εσύ — you θα εκτιμάς θα εκτιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκτιμάει, θα εκτιμά θα εκτιμάται
εμείς — we θα εκτιμάμε, θα εκτιμούμε θα εκτιμόμαστε, θα εκτιμώμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα εκτιμάτε θα εκτιμάστε, θα εκτιμάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκτιμάν(ε), θα εκτιμούν(ε) θα εκτιμώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκτιμήσω θα εκτιμηθώ
εσύ — you θα εκτιμήσεις θα εκτιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκτιμήσει θα εκτιμηθεί
εμείς — we θα εκτιμήσουμε, θα εκτιμήσομε θα εκτιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εκτιμήσετε θα εκτιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκτιμήσουν(ε) θα εκτιμηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εκτιμήσει θα έχω εκτιμηθεί
εσύ — you θα έχεις εκτιμήσει θα έχεις εκτιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκτιμήσει θα έχει εκτιμηθεί
εμείς — we θα έχουμε εκτιμήσει θα έχουμε εκτιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκτιμήσει θα έχετε εκτιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκτιμήσει θα έχουν εκτιμηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκτιμάω, να εκτιμώ να εκτιμώμαι
εσύ — you να εκτιμάς να εκτιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκτιμάει, να εκτιμά να εκτιμάται
εμείς — we να εκτιμάμε, να εκτιμούμε να εκτιμόμαστε, να εκτιμώμεθα
εσείς — you (plural / polite) να εκτιμάτε να εκτιμάστε, να εκτιμάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκτιμάν(ε), να εκτιμούν(ε) να εκτιμώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκτιμήσω να εκτιμηθώ
εσύ — you να εκτιμήσεις να εκτιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκτιμήσει να εκτιμηθεί
εμείς — we να εκτιμήσουμε, να εκτιμήσομε να εκτιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εκτιμήσετε να εκτιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκτιμήσουν(ε) να εκτιμηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εκτιμήσει να έχω εκτιμηθεί
εσύ — you να έχεις εκτιμήσει να έχεις εκτιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκτιμήσει να έχει εκτιμηθεί
εμείς — we να έχουμε εκτιμήσει να έχουμε εκτιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκτιμήσει να έχετε εκτιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκτιμήσει να έχουν εκτιμηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εκτίμα εκτιμάτε — —
Simple εκτίμησε εκτιμήστε — εκτιμηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The continuous singular command is εκτίμα; the simple command is εκτίμησε.
  • The learned passive imperfect is chiefly third-person εκτιμάτο / εκτιμώντο. Personal passive commands are uncommon.
  • εκτιμημένος, -η, -ο means appreciated or assessed. For “a respected person”, the adjective εκτιμητός is often more natural.

Εκτιμώ τη βοήθειά σου.

I appreciate your help.

Το κόστος εκτιμήθηκε στα χίλια ευρώ.

The cost was estimated at one thousand euros.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκτιμώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ektimao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ektimao/