εκθέτω (ektheto) — to expose; to exhibit; to set out

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκθέτω means to expose, exhibit, display or set out an argument. εκτίθεμαι means to be exposed or displayed, and can also mean to compromise oneself.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εκθέτω εκτίθεμαι
εσύ — you εκθέτεις εκτίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκθέτει εκτίθεται
εμείς — we εκθέτουμε, εκθέτομε εκτιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) εκθέτετε εκτίθεστε, εκτίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκθέτουν(ε) εκτίθενται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξέθετα —
εσύ — you εξέθετες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέθετε εξετίθετο
εμείς — we εκθέταμε —
εσείς — you (plural / polite) εκθέτατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέθεταν, εκθέταν(ε) εξετίθεντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξέθεσα εκτέθηκα
εσύ — you εξέθεσες εκτέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέθεσε εκτέθηκε
εμείς — we εκθέσαμε εκτεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εκθέσατε εκτεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέθεσαν, εκθέσαν(ε) εκτέθηκαν, εκτεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εκθέσει έχω εκτεθεί
εσύ — you έχεις εκθέσει έχεις εκτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκθέσει έχει εκτεθεί
εμείς — we έχουμε εκθέσει έχουμε εκτεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκθέσει έχετε εκτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκθέσει έχουν εκτεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εκθέσει είχα εκτεθεί
εσύ — you είχες εκθέσει είχες εκτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκθέσει είχε εκτεθεί
εμείς — we είχαμε εκθέσει είχαμε εκτεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκθέσει είχατε εκτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκθέσει είχαν εκτεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκθέτω θα εκτίθεμαι
εσύ — you θα εκθέτεις θα εκτίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκθέτει θα εκτίθεται
εμείς — we θα εκθέτουμε, θα εκθέτομε θα εκτιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα εκθέτετε θα εκτίθεστε, θα εκτίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκθέτουν(ε) θα εκτίθενται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκθέσω θα εκτεθώ
εσύ — you θα εκθέσεις θα εκτεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκθέσει θα εκτεθεί
εμείς — we θα εκθέσουμε, θα εκθέσομε θα εκτεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εκθέσετε θα εκτεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκθέσουν(ε) θα εκτεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εκθέσει θα έχω εκτεθεί
εσύ — you θα έχεις εκθέσει θα έχεις εκτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκθέσει θα έχει εκτεθεί
εμείς — we θα έχουμε εκθέσει θα έχουμε εκτεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκθέσει θα έχετε εκτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκθέσει θα έχουν εκτεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκθέτω να εκτίθεμαι
εσύ — you να εκθέτεις να εκτίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκθέτει να εκτίθεται
εμείς — we να εκθέτουμε, να εκθέτομε να εκτιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) να εκθέτετε να εκτίθεστε, να εκτίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκθέτουν(ε) να εκτίθενται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκθέσω να εκτεθώ
εσύ — you να εκθέσεις να εκτεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκθέσει να εκτεθεί
εμείς — we να εκθέσουμε, να εκθέσομε να εκτεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εκθέσετε να εκτεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκθέσουν(ε) να εκτεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εκθέσει να έχω εκτεθεί
εσύ — you να έχεις εκθέσει να έχεις εκτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκθέσει να έχει εκτεθεί
εμείς — we να έχουμε εκθέσει να έχουμε εκτεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκθέσει να έχετε εκτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκθέσει να έχουν εκτεθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έκθετε εκθέτετε — —
Simple έκθεσε εκθέστε εκθέσου εκτεθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The past is εξέθεσα, but the command is έκθεσε. The passive perfect is έχω εκτεθεί.
  • The learned passive imperfect chiefly uses εξετίθετο / εξετίθεντο; uncommon personal forms are left unlisted.
  • εκτεθειμένος, -η, -ο describes an exposed state and agrees with the subject.

Το μουσείο εκθέτει έργα σύγχρονης τέχνης.

The museum exhibits works of contemporary art.

Το υλικό δεν πρέπει να εκτίθεται στον ήλιο.

The material must not be exposed to sunlight.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκθέτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ektheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ektheto/