ερεθίζω (erethizo) — to irritate; to stimulate; to arouse

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ερεθίζω means to irritate, stimulate or arouse, depending on context. ερεθίζομαι means to become irritated or aroused.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερεθίζω ερεθίζομαι
εσύ — you ερεθίζεις ερεθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερεθίζει ερεθίζεται
εμείς — we ερεθίζουμε, ερεθίζομε ερεθιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ερεθίζετε ερεθίζεστε, ερεθιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερεθίζουν(ε) ερεθίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερέθιζα ερεθιζόμουν(α)
εσύ — you ερέθιζες ερεθιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερέθιζε ερεθιζόταν(ε)
εμείς — we ερεθίζαμε ερεθιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ερεθίζατε ερεθιζόσαστε, ερεθιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερέθιζαν, ερεθίζαν(ε) ερεθίζονταν, ερεθιζόντανε, ερεθιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερέθισα ερεθίστηκα
εσύ — you ερέθισες ερεθίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερέθισε ερεθίστηκε
εμείς — we ερεθίσαμε ερεθιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ερεθίσατε ερεθιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερέθισαν, ερεθίσαν(ε) ερεθίστηκαν, ερεθιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ερεθίσει έχω ερεθιστεί
εσύ — you έχεις ερεθίσει έχεις ερεθιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ερεθίσει έχει ερεθιστεί
εμείς — we έχουμε ερεθίσει έχουμε ερεθιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ερεθίσει έχετε ερεθιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ερεθίσει έχουν ερεθιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ερεθίσει είχα ερεθιστεί
εσύ — you είχες ερεθίσει είχες ερεθιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ερεθίσει είχε ερεθιστεί
εμείς — we είχαμε ερεθίσει είχαμε ερεθιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ερεθίσει είχατε ερεθιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ερεθίσει είχαν ερεθιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερεθίζω θα ερεθίζομαι
εσύ — you θα ερεθίζεις θα ερεθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερεθίζει θα ερεθίζεται
εμείς — we θα ερεθίζουμε, θα ερεθίζομε θα ερεθιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ερεθίζετε θα ερεθίζεστε, θα ερεθιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερεθίζουν(ε) θα ερεθίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερεθίσω θα ερεθιστώ
εσύ — you θα ερεθίσεις θα ερεθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερεθίσει θα ερεθιστεί
εμείς — we θα ερεθίσουμε, θα ερεθίσομε θα ερεθιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ερεθίσετε θα ερεθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερεθίσουν(ε) θα ερεθιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ερεθίσει θα έχω ερεθιστεί
εσύ — you θα έχεις ερεθίσει θα έχεις ερεθιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ερεθίσει θα έχει ερεθιστεί
εμείς — we θα έχουμε ερεθίσει θα έχουμε ερεθιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ερεθίσει θα έχετε ερεθιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ερεθίσει θα έχουν ερεθιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερεθίζω να ερεθίζομαι
εσύ — you να ερεθίζεις να ερεθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερεθίζει να ερεθίζεται
εμείς — we να ερεθίζουμε, να ερεθίζομε να ερεθιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ερεθίζετε να ερεθίζεστε, να ερεθιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερεθίζουν(ε) να ερεθίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερεθίσω να ερεθιστώ
εσύ — you να ερεθίσεις να ερεθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερεθίσει να ερεθιστεί
εμείς — we να ερεθίσουμε, να ερεθίσομε να ερεθιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ερεθίσετε να ερεθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερεθίσουν(ε) να ερεθιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ερεθίσει να έχω ερεθιστεί
εσύ — you να έχεις ερεθίσει να έχεις ερεθιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ερεθίσει να έχει ερεθιστεί
εμείς — we να έχουμε ερεθίσει να έχουμε ερεθιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ερεθίσει να έχετε ερεθιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ερεθίσει να έχουν ερεθιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ερέθιζε ερεθίζετε — —
Simple ερέθισε ερεθίστε ερεθίσου ερεθιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ερεθισμένος, -η, -ο can describe irritated skin, an agitated person or sexual arousal. Context is essential. Positive passive commands are uncommon.

Ο καπνός ερεθίζει τα μάτια.

Smoke irritates the eyes.

Το δέρμα μου ερεθίστηκε.

My skin became irritated.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ερεθίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/erethizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /erethizo/