ερειπώνω (ereipono) — to ruin; ερειπώνομαι — to fall into ruin

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ερειπώνω means to reduce something to ruins. ερειπώνομαι means to fall into ruin or become dilapidated. For deliberate demolition, κατεδαφίζω is usually more precise.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερειπώνω ερειπώνομαι
εσύ — you ερειπώνεις ερειπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερειπώνει ερειπώνεται
εμείς — we ερειπώνουμε, ερειπώνομε ερειπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ερειπώνετε ερειπώνεστε, ερειπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερειπώνουν(ε) ερειπώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερείπωνα ερειπωνόμουν(α)
εσύ — you ερείπωνες ερειπωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερείπωνε ερειπωνόταν(ε)
εμείς — we ερειπώναμε ερειπωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ερειπώνατε ερειπωνόσαστε, ερειπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερείπωναν, ερειπώναν(ε) ερειπώνονταν, ερειπωνόντανε, ερειπωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερείπωσα ερειπώθηκα
εσύ — you ερείπωσες ερειπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερείπωσε ερειπώθηκε
εμείς — we ερειπώσαμε ερειπωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ερειπώσατε ερειπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερείπωσαν, ερειπώσαν(ε) ερειπώθηκαν, ερειπωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ερειπώσει έχω ερειπωθεί
εσύ — you έχεις ερειπώσει έχεις ερειπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ερειπώσει έχει ερειπωθεί
εμείς — we έχουμε ερειπώσει έχουμε ερειπωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ερειπώσει έχετε ερειπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ερειπώσει έχουν ερειπωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ερειπώσει είχα ερειπωθεί
εσύ — you είχες ερειπώσει είχες ερειπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ερειπώσει είχε ερειπωθεί
εμείς — we είχαμε ερειπώσει είχαμε ερειπωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ερειπώσει είχατε ερειπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ερειπώσει είχαν ερειπωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερειπώνω θα ερειπώνομαι
εσύ — you θα ερειπώνεις θα ερειπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερειπώνει θα ερειπώνεται
εμείς — we θα ερειπώνουμε, θα ερειπώνομε θα ερειπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ερειπώνετε θα ερειπώνεστε, θα ερειπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερειπώνουν(ε) θα ερειπώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερειπώσω θα ερειπωθώ
εσύ — you θα ερειπώσεις θα ερειπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερειπώσει θα ερειπωθεί
εμείς — we θα ερειπώσουμε, θα ερειπώσομε θα ερειπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ερειπώσετε θα ερειπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερειπώσουν θα ερειπωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ερειπώσει θα έχω ερειπωθεί
εσύ — you θα έχεις ερειπώσει θα έχεις ερειπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ερειπώσει θα έχει ερειπωθεί
εμείς — we θα έχουμε ερειπώσει θα έχουμε ερειπωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ερειπώσει θα έχετε ερειπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ερειπώσει θα έχουν ερειπωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερειπώνω να ερειπώνομαι
εσύ — you να ερειπώνεις να ερειπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερειπώνει να ερειπώνεται
εμείς — we να ερειπώνουμε, να ερειπώνομε να ερειπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ερειπώνετε να ερειπώνεστε, να ερειπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερειπώνουν(ε) να ερειπώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερειπώσω να ερειπωθώ
εσύ — you να ερειπώσεις να ερειπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερειπώσει να ερειπωθεί
εμείς — we να ερειπώσουμε, να ερειπώσομε να ερειπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ερειπώσετε να ερειπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερειπώσουν(ε) να ερειπωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ερειπώσει να έχω ερειπωθεί
εσύ — you να έχεις ερειπώσει να έχεις ερειπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ερειπώσει να έχει ερειπωθεί
εμείς — we να έχουμε ερειπώσει να έχουμε ερειπωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ερειπώσει να έχετε ερειπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ερειπώσει να έχουν ερειπωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ερείπωνε ερειπώνετε — —
Simple ερείπωσε ερειπώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ερειπωμένος, -η, -ο describes a ruined or dilapidated building. Personal passive commands are unusual.

Το παλιό σπίτι ερειπώθηκε με τα χρόνια.

The old house fell into ruin over the years.

Ο σεισμός ερείπωσε το χωριό.

The earthquake reduced the village to ruins.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ερειπώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ereipono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ereipono/