Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
επιζώ means to survive or remain alive after an event, and can also mean to outlive someone.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επιζώ |
| εσύ — you | επιζείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επιζεί |
| εμείς — we | επιζούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επιζείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επιζούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επιζούσα |
| εσύ — you | επιζούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επιζούσε |
| εμείς — we | επιζούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επιζούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επιζούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επέζησα |
| εσύ — you | επέζησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επέζησε |
| εμείς — we | επιζήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επιζήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επέζησαν, επιζήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω επιζήσει |
| εσύ — you | έχεις επιζήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει επιζήσει |
| εμείς — we | έχουμε επιζήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε επιζήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν επιζήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα επιζήσει |
| εσύ — you | είχες επιζήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε επιζήσει |
| εμείς — we | είχαμε επιζήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε επιζήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν επιζήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επιζώ |
| εσύ — you | θα επιζείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επιζεί |
| εμείς — we | θα επιζούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επιζείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επιζούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επιζήσω |
| εσύ — you | θα επιζήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επιζήσει |
| εμείς — we | θα επιζήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επιζήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επιζήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω επιζήσει |
| εσύ — you | θα έχεις επιζήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει επιζήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε επιζήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε επιζήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν επιζήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επιζώ |
| εσύ — you | να επιζείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επιζεί |
| εμείς — we | να επιζούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επιζείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επιζούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επιζήσω |
| εσύ — you | να επιζήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επιζήσει |
| εμείς — we | να επιζήσουμε, να επιζήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επιζήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επιζήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω επιζήσει |
| εσύ — you | να έχεις επιζήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει επιζήσει |
| εμείς — we | να έχουμε επιζήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε επιζήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν επιζήσει |
Imperative · Προστακτική
The singular command is επίζησε, without the past augment. Positive commands are uncommon; να επιζήσεις is more natural in wishes.
Simple: επίζησε (εσύ); επιζήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The simple past is επέζησα and the perfect is έχω επιζήσει. There is no ordinary passive paradigm.
- επιζώντας is the adverbial participle. ο επιζών / η επιζώσα means a survivor.
Επέζησε από το ατύχημα.
She survived the accident.
Λίγοι άνθρωποι είχαν επιζήσει.
Few people had survived.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιζώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/epizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.