επιτυγχάνω (epitugxano) — to succeed

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επιτυγχάνω means to succeed or achieve something. πετυχαίνω is a common everyday equivalent. The passive επιτυγχάνομαι is chiefly used of a goal or result being achieved.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επιτυγχάνω, πετυχαίνω επιτυγχάνομαι
εσύ — you επιτυγχάνεις, πετυχαίνεις επιτυγχάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιτυγχάνει, πετυχαίνει επιτυγχάνεται
εμείς — we επιτυγχάνουμε, πετυχαίνουμε επιτυγχανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) επιτυγχάνετε, πετυχαίνετε επιτυγχάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιτυγχάνουν(ε), πετυχαίνουν(ε) επιτυγχάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επιτύγχανα, πετύχαινα —
εσύ — you επιτύγχανες, πετύχαινες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιτύγχανε, πετύχαινε (επιτυγχανόταν)
εμείς — we επιτυγχάναμε, πετυχαίναμε —
εσείς — you (plural / polite) επιτυγχάνατε, πετυχαίνατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιτύγχαναν, πετύχαιναν, πετυχαίναν(ε) (επιτυγχάνονταν)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επέτυχα, πέτυχα επιτεύχθηκα
εσύ — you επέτυχες, πέτυχες επιτεύχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέτυχε, πέτυχε επιτεύχθηκε
εμείς — we επιτύχαμε, πετύχαμε επιτευχθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επιτύχατε, πετύχατε επιτευχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέτυχαν, πέτυχαν, πετύχαν(ε) επιτεύχθηκαν, επιτευχθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω επιτύχει έχω επιτευχθεί
εσύ — you έχεις επιτύχει έχεις επιτευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επιτύχει έχει επιτευχθεί
εμείς — we έχουμε επιτύχει έχουμε επιτευχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επιτύχει έχετε επιτευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επιτύχει έχουν επιτευχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα επιτύχει είχα επιτευχθεί
εσύ — you είχες επιτύχει είχες επιτευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επιτύχει είχε επιτευχθεί
εμείς — we είχαμε επιτύχει είχαμε επιτευχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επιτύχει είχατε επιτευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επιτύχει είχαν επιτευχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επιτυγχάνω, θα πετυχαίνω θα επιτυγχάνομαι
εσύ — you θα επιτυγχάνεις, θα πετυχαίνεις θα επιτυγχάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιτυγχάνει, θα πετυχαίνει θα επιτυγχάνεται
εμείς — we θα επιτυγχάνουμε, θα πετυχαίνουμε θα επιτυγχανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα επιτυγχάνετε, θα πετυχαίνετε θα επιτυγχάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιτυγχάνουν(ε), θα πετυχαίνουν(ε) θα επιτυγχάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επιτύχω, θα πετύχω θα επιτευχθώ
εσύ — you θα επιτύχεις, θα πετύχεις θα επιτευχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιτύχει, θα πετύχει θα επιτευχθεί
εμείς — we θα επιτύχουμε, θα πετύχουμε θα επιτευχθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επιτύχετε, θα πετύχετε θα επιτευχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιτύχουν(ε), θα πετύχουν(ε) θα επιτευχθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω επιτύχει θα έχω επιτευχθεί
εσύ — you θα έχεις επιτύχει θα έχεις επιτευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επιτύχει θα έχει επιτευχθεί
εμείς — we θα έχουμε επιτύχει θα έχουμε επιτευχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επιτύχει θα έχετε επιτευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επιτύχει θα έχουν επιτευχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επιτυγχάνω, να πετυχαίνω να επιτυγχάνομαι
εσύ — you να επιτυγχάνεις, να πετυχαίνεις να επιτυγχάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιτυγχάνει, να πετυχαίνει να επιτυγχάνεται
εμείς — we να επιτυγχάνουμε, να πετυχαίνουμε να επιτυγχανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να επιτυγχάνετε, να πετυχαίνετε να επιτυγχάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιτυγχάνουν(ε), να πετυχαίνουν(ε) να επιτυγχάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επιτύχω, να πετύχω να επιτευχθώ
εσύ — you να επιτύχεις, να πετύχεις να επιτευχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιτύχει, να πετύχει να επιτευχθεί
εμείς — we να επιτύχουμε, να πετύχουμε να επιτευχθούμε
εσείς — you (plural / polite) να επιτύχετε, να πετύχετε να επιτευχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιτύχουν(ε), να πετύχουν(ε) να επιτευχθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω επιτύχει να έχω επιτευχθεί
εσύ — you να έχεις επιτύχει να έχεις επιτευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επιτύχει να έχει επιτευχθεί
εμείς — we να έχουμε επιτύχει να έχουμε επιτευχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επιτύχει να έχετε επιτευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επιτύχει να έχουν επιτευχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous επιτύγχανε, πετύχαινε επιτυγχάνετε, πετυχαίνετε — —
Simple επίτυχε, πέτυχε επιτύχετε, πετύχετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The tables use επιτύχει in active compound tenses; πετύχει is the equivalent form of πετυχαίνω. The passive is επιτευχθεί.
  • επιτυχημένος, -η, -ο means successful; it does not mean simply “has been achieved”.
  • Personal passive forms are uncommon; the third person επιτεύχθηκε / έχει επιτευχθεί is much more useful.

Πετύχαμε τον στόχο μας.

We achieved our goal.

Η συμφωνία έχει επιτευχθεί.

The agreement has been reached.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιτυγχάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epitugxano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epitugxano/