επιτρέπεται (epitrepomai) — to be allowed; to be permitted

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επιτρέπω means to allow or permit. The passive is ordinarily third person: επιτρέπεται / επιτρέπονται. For “I am allowed to …”, use μου επιτρέπεται να ….

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επιτρέπω —
εσύ — you επιτρέπεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιτρέπει επιτρέπεται
εμείς — we επιτρέπουμε, επιτρέπομε —
εσείς — you (plural / polite) επιτρέπετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιτρέπουν(ε) επιτρέπονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επέτρεπα —
εσύ — you επέτρεπες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέτρεπε επιτρεπόταν(ε)
εμείς — we επιτρέπαμε —
εσείς — you (plural / polite) επιτρέπατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέτρεπαν, επιτρέπαν(ε) επιτρέπονταν, επιτρεπόντανε, επιτρεπόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επέτρεψα —
εσύ — you επέτρεψες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέτρεψε επιτράπηκε
εμείς — we επιτρέψαμε —
εσείς — you (plural / polite) επιτρέψατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέτρεψαν, επιτρέψαν(ε) επιτράπηκαν, επιτραπήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω επιτρέψει —
εσύ — you έχεις επιτρέψει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επιτρέψει έχει επιτραπεί
εμείς — we έχουμε επιτρέψει —
εσείς — you (plural / polite) έχετε επιτρέψει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επιτρέψει έχουν επιτραπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα επιτρέψει —
εσύ — you είχες επιτρέψει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επιτρέψει είχε επιτραπεί
εμείς — we είχαμε επιτρέψει —
εσείς — you (plural / polite) είχατε επιτρέψει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επιτρέψει είχαν επιτραπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επιτρέπω —
εσύ — you θα επιτρέπεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιτρέπει θα επιτρέπεται
εμείς — we θα επιτρέπουμε, θα επιτρέπομε —
εσείς — you (plural / polite) θα επιτρέπετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιτρέπουν(ε) θα επιτρέπονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επιτρέψω —
εσύ — you θα επιτρέψεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιτρέψει θα επιτραπεί
εμείς — we θα επιτρέψουμε, θα επιτρέψομε —
εσείς — you (plural / polite) θα επιτρέψετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιτρέψουν(ε) θα επιτραπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω επιτρέψει —
εσύ — you θα έχεις επιτρέψει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επιτρέψει θα έχει επιτραπεί
εμείς — we θα έχουμε επιτρέψει —
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επιτρέψει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επιτρέψει θα έχουν επιτραπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επιτρέπω —
εσύ — you να επιτρέπεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιτρέπει να επιτρέπεται
εμείς — we να επιτρέπουμε, να επιτρέπομε —
εσείς — you (plural / polite) να επιτρέπετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιτρέπουν(ε) να επιτρέπονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επιτρέψω —
εσύ — you να επιτρέψεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιτρέψει να επιτραπεί
εμείς — we να επιτρέψουμε, να επιτρέψομε —
εσείς — you (plural / polite) να επιτρέψετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιτρέψουν(ε) να επιτραπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω επιτρέψει —
εσύ — you να έχεις επιτρέψει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επιτρέψει να έχει επιτραπεί
εμείς — we να έχουμε επιτρέψει —
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επιτρέψει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επιτρέψει να έχουν επιτραπεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous επίτρεπε επιτρέπετε — —
Simple επίτρεψε επιτρέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The table lists the ordinary third-person passive use. First- and second-person passive forms are not presented as normal equivalents of “I / you am / are allowed”.
  • Distinguish επιτρέπετε, “you allow”, from επιτρέπεται, “it is allowed”.
  • The simple past passive is επιτράπηκε; the perfect is έχει επιτραπεί.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω.

Allow me to explain.

Δεν επιτρέπεται το κάπνισμα.

Smoking is not allowed.

Μου επιτρέπεται να φύγω νωρίς.

I am allowed to leave early.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιτρέπω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epitrepomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epitrepomai/