τρέπω (trepo) — to divert

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τρέπω — to turn; direct or divert. A formal verb often used in fixed expressions.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρέπω τρέπομαι
εσύ — you τρέπεις τρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρέπει τρέπεται
εμείς — we τρέπουμε, τρέπομε τρεπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τρέπετε τρέπεστε, τρεπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρέπουν(ε) τρέπονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έτρεπα τρεπόμουν(α)
εσύ — you έτρεπες τρεπόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έτρεπε τρεπόταν(ε)
εμείς — we τρέπαμε τρεπόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τρέπατε τρεπόσαστε, τρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έτρεπαν, τρέπαν(ε) τρέπονταν, τρεπόντανε, τρεπόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έτρεψα τράπηκα
εσύ — you έτρεψες τράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έτρεψε τράπηκε
εμείς — we τρέψαμε τραπήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τρέψατε τραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έτρεψαν, τρέψαν(ε) τράπηκαν, τραπήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τρέψει έχω τραπεί
εσύ — you έχεις τρέψει έχεις τραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τρέψει έχει τραπεί
εμείς — we έχουμε τρέψει έχουμε τραπεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τρέψει έχετε τραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τρέψει έχουν τραπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τρέψει είχα τραπεί
εσύ — you είχες τρέψει είχες τραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τρέψει είχε τραπεί
εμείς — we είχαμε τρέψει είχαμε τραπεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τρέψει είχατε τραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τρέψει είχαν τραπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρέπω θα τρέπομαι
εσύ — you θα τρέπεις θα τρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρέπει θα τρέπεται
εμείς — we θα τρέπουμε, θα τρέπομε θα τρεπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τρέπετε θα τρέπεστε, θα τρεπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρέπουν(ε) θα τρέπονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρέψω θα τραπώ
εσύ — you θα τρέψεις θα τραπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρέψει θα τραπεί
εμείς — we θα τρέψουμε, θα τρέψομε θα τραπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τρέψετε θα τραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρέψουν(ε) θα τραπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τρέψει θα έχω τραπεί
εσύ — you θα έχεις τρέψει θα έχεις τραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τρέψει θα έχει τραπεί
εμείς — we θα έχουμε τρέψει θα έχουμε τραπεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τρέψει θα έχετε τραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τρέψει θα έχουν τραπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρέπω να τρέπομαι
εσύ — you να τρέπεις να τρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρέπει να τρέπεται
εμείς — we να τρέπουμε, να τρέπομε να τρεπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τρέπετε να τρέπεστε, να τρεπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρέπουν(ε) να τρέπονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρέψω να τραπώ
εσύ — you να τρέψεις να τραπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρέψει να τραπεί
εμείς — we να τρέψουμε, να τρέψομε να τραπούμε
εσείς — you (plural / polite) να τρέψετε να τραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρέψουν(ε) να τραπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τρέψει να έχω τραπεί
εσύ — you να έχεις τρέψει να έχεις τραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τρέψει να έχει τραπεί
εμείς — we να έχουμε τρέψει να έχουμε τραπεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τρέψει να έχετε τραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τρέψει να έχουν τραπεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τρέπε (εσύ), τρέπετε (εσείς).

Simple: τρέψε (εσύ); τρέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • τρέπω κάποιον σε φυγή means putting someone to flight. The middle τρέπομαι σε φυγή means taking flight.
  • The passive perfective stem is τραπ-: τράπηκα, θα τραπώ, έχω τραπεί.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έτρεψαν τον εχθρό σε φυγή.

They put the enemy to flight.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τρέπω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/trepo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /trepo/