επιτίθεμαι (epitithemai) — to attack

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επιτίθεμαι means to attack, physically or verbally. Despite its middle endings, the ordinary meaning is active. It commonly takes σε.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επιτίθεμαι
εσύ — you επιτίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιτίθεται
εμείς — we επιτιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) επιτίθεστε, επιτίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιτίθενται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I –
εσύ — you –
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιτίθετο
εμείς — we –
εσείς — you (plural / polite) –
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιτίθεντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επιτέθηκα
εσύ — you επιτέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιτέθηκε
εμείς — we επιτεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επιτεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιτέθηκαν, επιτεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω επιτεθεί
εσύ — you έχεις επιτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επιτεθεί
εμείς — we έχουμε επιτεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επιτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επιτεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα επιτεθεί
εσύ — you είχες επιτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επιτεθεί
εμείς — we είχαμε επιτεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επιτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επιτεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επιτίθεμαι
εσύ — you θα επιτίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιτίθεται
εμείς — we θα επιτιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα επιτίθεστε, θα επιτίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιτίθενται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επιτεθώ
εσύ — you θα επιτεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιτεθεί
εμείς — we θα επιτεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επιτεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιτεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω επιτεθεί
εσύ — you θα έχεις επιτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επιτεθεί
εμείς — we θα έχουμε επιτεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επιτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επιτεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επιτίθεμαι
εσύ — you να επιτίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιτίθεται
εμείς — we να επιτιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) να επιτίθεστε, να επιτίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιτίθενται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επιτεθώ
εσύ — you να επιτεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιτεθεί
εμείς — we να επιτεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να επιτεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιτεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω επιτεθεί
εσύ — you να έχεις επιτεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επιτεθεί
εμείς — we να έχουμε επιτεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επιτεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επιτεθεί

Imperative · Προστακτική

For continuing or repeated action, να επιτίθεσαι / να επιτίθεστε can be used.

Simple: επιθέσου (εσύ); επιτεθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfect is έχω επιτεθεί, “I have attacked”. To say “I have been attacked”, use μου έχουν επιτεθεί in an appropriate context.
  • The imperfect is mainly encountered in learned third-person forms επιτίθετο / επιτίθεντο; other uncommon forms are left unlisted.
  • επιτιθέμενος, -η, -ο means attacking; ο επιτιθέμενος is the attacker.

Του επιτέθηκαν στον δρόμο.

He was attacked in the street.

Επιτέθηκε στην πρόταση με σκληρά λόγια.

She attacked the proposal in harsh terms.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιτίθεμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epitithemai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epitithemai/