ερμηνεύω (ermineuo) — to interpret

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ερμηνεύω means to interpret or explain a meaning. It can also mean to perform a song, musical work or dramatic role.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερμηνεύω ερμηνεύομαι
εσύ — you ερμηνεύεις ερμηνεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερμηνεύει ερμηνεύεται
εμείς — we ερμηνεύουμε, ερμηνεύομε ερμηνευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ερμηνεύετε ερμηνεύεστε, ερμηνευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερμηνεύουν(ε) ερμηνεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερμήνευα ερμηνευόμουν(α)
εσύ — you ερμήνευες ερμηνευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερμήνευε ερμηνευόταν(ε)
εμείς — we ερμηνεύαμε ερμηνευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ερμηνεύατε ερμηνευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερμήνευαν, ερμηνεύαν(ε) ερμηνεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ερμήνευσα ερμηνεύτηκα, ερμηνεύθηκα
εσύ — you ερμήνευσες ερμηνεύτηκες, ερμηνεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ερμήνευσε ερμηνεύτηκε, ερμηνεύθηκε
εμείς — we ερμηνεύσαμε ερμηνευτήκαμε, ερμηνευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ερμηνεύσατε ερμηνευτήκατε, ερμηνευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ερμήνευσαν, ερμηνεύσαν(ε) ερμηνεύτηκαν, ερμηνευτήκαν(ε), ερμηνεύθηκαν, ερμηνευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ερμηνεύσει έχω ερμηνευτεί
εσύ — you έχεις ερμηνεύσει έχεις ερμηνευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ερμηνεύσει έχει ερμηνευτεί
εμείς — we έχουμε ερμηνεύσει έχουμε ερμηνευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ερμηνεύσει έχετε ερμηνευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ερμηνεύσει έχουν ερμηνευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ερμηνεύσει είχα ερμηνευτεί
εσύ — you είχες ερμηνεύσει είχες ερμηνευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ερμηνεύσει είχε ερμηνευτεί
εμείς — we είχαμε ερμηνεύσει είχαμε ερμηνευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ερμηνεύσει είχατε ερμηνευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ερμηνεύσει είχαν ερμηνευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερμηνεύω θα ερμηνεύομαι
εσύ — you θα ερμηνεύεις θα ερμηνεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερμηνεύει θα ερμηνεύεται
εμείς — we θα ερμηνεύουμε, θα ερμηνεύομε θα ερμηνευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ερμηνεύετε θα ερμηνεύεστε, θα ερμηνευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερμηνεύουν(ε) θα ερμηνεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ερμηνεύσω θα ερμηνευτώ, θα ερμηνευθώ
εσύ — you θα ερμηνεύσεις θα ερμηνευτείς, θα ερμηνευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ερμηνεύσει θα ερμηνευτεί, θα ερμηνευθεί
εμείς — we θα ερμηνεύσουμε, θα ερμηνεύσομε θα ερμηνευτούμε, θα ερμηνευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ερμηνεύσετε θα ερμηνευτείτε, θα ερμηνευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ερμηνεύσουν(ε) θα ερμηνευτούν(ε), θα ερμηνευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ερμηνεύσει θα έχω ερμηνευτεί
εσύ — you θα έχεις ερμηνεύσει θα έχεις ερμηνευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ερμηνεύσει θα έχει ερμηνευτεί
εμείς — we θα έχουμε ερμηνεύσει θα έχουμε ερμηνευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ερμηνεύσει θα έχετε ερμηνευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ερμηνεύσει θα έχουν ερμηνευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερμηνεύω να ερμηνεύομαι
εσύ — you να ερμηνεύεις να ερμηνεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερμηνεύει να ερμηνεύεται
εμείς — we να ερμηνεύουμε, να ερμηνεύομε να ερμηνευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ερμηνεύετε να ερμηνεύεστε, να ερμηνευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερμηνεύουν(ε) να ερμηνεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ερμηνεύσω να ερμηνευτώ, να ερμηνευθώ
εσύ — you να ερμηνεύσεις να ερμηνευτείς, να ερμηνευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ερμηνεύσει να ερμηνευτεί, να ερμηνευθεί
εμείς — we να ερμηνεύσουμε, να ερμηνεύσομε να ερμηνευτούμε, να ερμηνευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ερμηνεύσετε να ερμηνευτείτε, να ερμηνευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ερμηνεύσουν(ε) να ερμηνευτούν(ε), να ερμηνευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ερμηνεύσει να έχω ερμηνευτεί
εσύ — you να έχεις ερμηνεύσει να έχεις ερμηνευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ερμηνεύσει να έχει ερμηνευτεί
εμείς — we να έχουμε ερμηνεύσει να έχουμε ερμηνευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ερμηνεύσει να έχετε ερμηνευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ερμηνεύσει να έχουν ερμηνευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ερμήνευε ερμηνεύετε — —
Simple ερμήνευσε ερμηνεύστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The compound tables use ερμηνευτεί. ερμηνευθεί is the more formal alternative.
  • ερμηνευμένος, -η, -ο describes something interpreted or performed. Personal passive commands are uncommon.

Πώς ερμηνεύεις τη σιωπή του;

How do you interpret his silence?

Ερμήνευσε το τραγούδι με ευαισθησία.

She performed the song sensitively.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ερμηνεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ermineuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ermineuo/