δεσμεύω (desmeuo) — to bind, reserve; δεσμεύομαι — to commit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δεσμεύω means “to bind,” “to reserve” or “to restrict the use of” something. δεσμεύομαι often means “to commit oneself” or “to undertake an obligation,” as well as “to be bound.”

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δεσμεύω δεσμεύομαι
εσύ — you δεσμεύεις δεσμεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δεσμεύει δεσμεύεται
εμείς — we δεσμεύουμε, δεσμεύομε δεσμευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δεσμεύετε δεσμεύεστε, δεσμευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δεσμεύουν(ε) δεσμεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δέσμευα δεσμευόμουν(α)
εσύ — you δέσμευες δεσμευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δέσμευε δεσμευόταν(ε)
εμείς — we δεσμεύαμε δεσμευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δεσμεύατε δεσμευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέσμευαν, δεσμεύαν(ε) δεσμεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δέσμευσα δεσμεύτηκα, δεσμεύθηκα
εσύ — you δέσμευσες δεσμεύτηκες, δεσμεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δέσμευσε δεσμεύτηκε, δεσμεύθηκε
εμείς — we δεσμεύσαμε δεσμευτήκαμε, δεσμευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δεσμεύσατε δεσμευτήκατε, δεσμευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέσμευσαν, δεσμεύσαν(ε) δεσμεύτηκαν, δεσμευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δεσμεύσει έχω δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσύ — you έχεις δεσμεύσει έχεις δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δεσμεύσει έχει δεσμευτεί/δεσμευθεί
εμείς — we έχουμε δεσμεύσει έχουμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δεσμεύσει έχετε δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δεσμεύσει έχουν δεσμευτεί/δεσμευθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δεσμεύσει είχα δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσύ — you είχες δεσμεύσει είχες δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δεσμεύσει είχε δεσμευτεί/δεσμευθεί
εμείς — we είχαμε δεσμεύσει είχαμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δεσμεύσει είχατε δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δεσμεύσει είχαν δεσμευτεί/δεσμευθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δεσμεύω θα δεσμεύομαι
εσύ — you θα δεσμεύεις θα δεσμεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δεσμεύει θα δεσμεύεται
εμείς — we θα δεσμεύουμε, θα δεσμεύομε θα δεσμευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δεσμεύετε θα δεσμεύεστε, θα δεσμευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δεσμεύουν(ε) θα δεσμεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δεσμεύσω θα δεσμευτώ, θα δεσμευθώ
εσύ — you θα δεσμεύσεις θα δεσμευτείς, θα δεσμευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δεσμεύσει θα δεσμευτεί, θα δεσμευθεί
εμείς — we θα δεσμεύσουμε, θα δεσμεύσομε θα δεσμευτούμε, θα δεσμευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δεσμεύσετε θα δεσμευτείτε, θα δεσμευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δεσμεύσουν(ε) θα δεσμευτούν(ε), θα δεσμευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δεσμεύσει θα έχω δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσύ — you θα έχεις δεσμεύσει θα έχεις δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δεσμεύσει θα έχει δεσμευτεί/δεσμευθεί
εμείς — we θα έχουμε δεσμεύσει θα έχουμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δεσμεύσει θα έχετε δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δεσμεύσει θα έχουν δεσμευτεί/δεσμευθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δεσμεύω να δεσμεύομαι
εσύ — you να δεσμεύεις να δεσμεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δεσμεύει να δεσμεύεται
εμείς — we να δεσμεύουμε, να δεσμεύομε να δεσμευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δεσμεύετε να δεσμεύεστε, να δεσμευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δεσμεύουν(ε) να δεσμεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δεσμεύσω να δεσμευτώ, να δεσμευθώ
εσύ — you να δεσμεύσεις να δεσμευτείς, να δεσμευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δεσμεύσει να δεσμευτεί, να δεσμευθεί
εμείς — we να δεσμεύσουμε, να δεσμεύσομε να δεσμευτούμε, να δεσμευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δεσμεύσετε να δεσμευτείτε, να δεσμευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δεσμεύσουν(ε) να δεσμευτούν(ε), να δεσμευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δεσμεύσει να έχω δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσύ — you να έχεις δεσμεύσει να έχεις δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δεσμεύσει να έχει δεσμευτεί/δεσμευθεί
εμείς — we να έχουμε δεσμεύσει να έχουμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δεσμεύσει να έχετε δεσμευτεί/δεσμευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δεσμεύσει να έχουν δεσμευτεί/δεσμευθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δέσμευε δεσμεύετε — δεσμεύεστε
Simple δέσμευσε δεσμεύστε δεσμεύσου δεσμευτείτε, δεσμευθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both τ and θ passive perfective series occur: δεσμεύτηκα / δεσμεύθηκα, δεσμευτώ / δεσμευθώ, έχω δεσμευτεί / έχω δεσμευθεί.
  • Present participle: δεσμεύοντας. Middle/passive participle: δεσμευόμενος, δεσμευόμενη, δεσμευόμενο. Result participle: δεσμευμένος, δεσμευμένη, δεσμευμένο.
  • Είμαι δεσμευμένος describes a state, such as being bound by an obligation or being in a relationship. It is not interchangeable with έχω δεσμευτεί να … (I have committed myself to …).
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δεσμεύτηκε να ολοκληρώσει το έργο.

He or she committed to completing the project.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δεσμεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/desmeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /desmeuo/