ειδικεύω (eidikeuo) — to train in a speciality; ειδικεύομαι — to specialise

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ειδικεύω means to train someone in a speciality or develop specialist expertise. The common middle ειδικεύομαι means to specialise, often with σε.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ειδικεύω ειδικεύομαι
εσύ — you ειδικεύεις ειδικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ειδικεύει ειδικεύεται
εμείς — we ειδικεύουμε, ειδικεύομε ειδικευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ειδικεύετε ειδικεύεστε, ειδικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ειδικεύουν(ε) ειδικεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ειδίκευα ειδικευόμουν(α)
εσύ — you ειδίκευες ειδικευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ειδίκευε ειδικευόταν(ε)
εμείς — we ειδικεύαμε ειδικευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ειδικεύατε ειδικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ειδίκευαν, ειδικεύαν(ε) ειδικεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ειδίκευσα ειδικεύτηκα, ειδικεύθηκα
εσύ — you ειδίκευσες ειδικεύτηκες, ειδικεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ειδίκευσε ειδικεύτηκε, ειδικεύθηκε
εμείς — we ειδικεύσαμε ειδικευτήκαμε, ειδικευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ειδικεύσατε ειδικευτήκατε, ειδικευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ειδίκευσαν, ειδικεύσαν(ε) ειδικεύτηκαν, ειδικευτήκαν(ε), ειδικεύθηκαν, ειδικευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ειδικεύσει έχω ειδικευτεί
εσύ — you έχεις ειδικεύσει έχεις ειδικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ειδικεύσει έχει ειδικευτεί
εμείς — we έχουμε ειδικεύσει έχουμε ειδικευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ειδικεύσει έχετε ειδικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ειδικεύσει έχουν ειδικευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ειδικεύσει είχα ειδικευτεί
εσύ — you είχες ειδικεύσει είχες ειδικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ειδικεύσει είχε ειδικευτεί
εμείς — we είχαμε ειδικεύσει είχαμε ειδικευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ειδικεύσει είχατε ειδικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ειδικεύσει είχαν ειδικευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ειδικεύω θα ειδικεύομαι
εσύ — you θα ειδικεύεις θα ειδικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ειδικεύει θα ειδικεύεται
εμείς — we θα ειδικεύουμε, θα ειδικεύομε θα ειδικευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ειδικεύετε θα ειδικεύεστε, θα ειδικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ειδικεύουν(ε) θα ειδικεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ειδικεύσω θα ειδικευτώ, θα ειδικευθώ
εσύ — you θα ειδικεύσεις θα ειδικευτείς, θα ειδικευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ειδικεύσει θα ειδικευτεί, θα ειδικευθεί
εμείς — we θα ειδικεύσουμε, θα ειδικεύσομε θα ειδικευτούμε, θα ειδικευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ειδικεύσετε θα ειδικευτείτε, θα ειδικευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ειδικεύσουν(ε) θα ειδικευτούν(ε), θα ειδικευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ειδικεύσει θα έχω ειδικευτεί
εσύ — you θα έχεις ειδικεύσει θα έχεις ειδικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ειδικεύσει θα έχει ειδικευτεί
εμείς — we θα έχουμε ειδικεύσει θα έχουμε ειδικευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ειδικεύσει θα έχετε ειδικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ειδικεύσει θα έχουν ειδικευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ειδικεύω να ειδικεύομαι
εσύ — you να ειδικεύεις να ειδικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ειδικεύει να ειδικεύεται
εμείς — we να ειδικεύουμε, να ειδικεύομε να ειδικευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ειδικεύετε να ειδικεύεστε, να ειδικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ειδικεύουν(ε) να ειδικεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ειδικεύσω να ειδικευτώ, να ειδικευθώ
εσύ — you να ειδικεύσεις να ειδικευτείς, να ειδικευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ειδικεύσει να ειδικευτεί, να ειδικευθεί
εμείς — we να ειδικεύσουμε, να ειδικεύσομε να ειδικευτούμε, να ειδικευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ειδικεύσετε να ειδικευτείτε, να ειδικευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ειδικεύσουν(ε) να ειδικευτούν(ε), να ειδικευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ειδικεύσει να έχω ειδικευτεί
εσύ — you να έχεις ειδικεύσει να έχεις ειδικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ειδικεύσει να έχει ειδικευτεί
εμείς — we να έχουμε ειδικεύσει να έχουμε ειδικευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ειδικεύσει να έχετε ειδικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ειδικεύσει να έχουν ειδικευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ειδίκευε ειδικεύετε — —
Simple ειδίκευσε ειδικεύστε ειδικεύσου ειδικευτείτε, ειδικευθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ειδικευμένος, -η, -ο means trained or qualified in a speciality. ειδικευόμενος, -η, -ο describes someone undergoing specialist training.
  • The tables use ειδικευτεί in compound tenses; ειδικευθεί and the past ειδικεύθηκα are more formal alternatives.
  • For “specify / state precisely”, use a context-appropriate verb such as προσδιορίζω or διευκρινίζω.

Ειδικεύεται στην καρδιολογία.

She specialises in cardiology.

Το νοσοκομείο εκπαιδεύει ειδικευόμενους γιατρούς.

The hospital trains doctors undertaking specialist training.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ειδικεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eidikeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eidikeuo/