εγκαθιστώ (egkathisto) — to install

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εγκαθιστώ means to install equipment or software, or establish someone in a place. εγκαθίσταμαι can mean to be installed or settle in a place.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκαθιστώ εγκαθίσταμαι
εσύ — you εγκαθιστάς εγκαθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκαθιστά εγκαθίσταται
εμείς — we εγκαθιστούμε εγκαθιστάμεθα
εσείς — you (plural / polite) εγκαθιστάτε εγκαθίσταστε, εγκαθίστασθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκαθιστούν(ε) εγκαθίστανται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκαθιστούσα —
εσύ — you εγκαθιστούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκαθιστούσε εγκαθίστατο
εμείς — we εγκαθιστούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) εγκαθιστούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκαθιστούσαν(ε) εγκαθίσταντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκατέστησα εγκαταστάθηκα
εσύ — you εγκατέστησες εγκαταστάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκατέστησε εγκαταστάθηκε
εμείς — we εγκαταστήσαμε εγκατασταθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εγκαταστήσατε εγκατασταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκατέστησαν, εγκαταστήσαν(ε) εγκαταστάθηκαν, εγκατασταθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εγκαταστήσει έχω εγκατασταθεί
εσύ — you έχεις εγκαταστήσει έχεις εγκατασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εγκαταστήσει έχει εγκατασταθεί
εμείς — we έχουμε εγκαταστήσει έχουμε εγκατασταθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εγκαταστήσει έχετε εγκατασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εγκαταστήσει έχουν εγκατασταθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εγκαταστήσει είχα εγκατασταθεί
εσύ — you είχες εγκαταστήσει είχες εγκατασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εγκαταστήσει είχε εγκατασταθεί
εμείς — we είχαμε εγκαταστήσει είχαμε εγκατασταθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εγκαταστήσει είχατε εγκατασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εγκαταστήσει είχαν εγκατασταθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγκαθιστώ θα εγκαθίσταμαι
εσύ — you θα εγκαθιστάς θα εγκαθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγκαθιστά θα εγκαθίσταται
εμείς — we θα εγκαθιστούμε θα εγκαθιστάμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα εγκαθιστάτε θα εγκαθίσταστε, θα εγκαθίστασθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγκαθιστούν(ε) θα εγκαθίστανται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγκαταστήσω θα εγκατασταθώ
εσύ — you θα εγκαταστήσεις θα εγκατασταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγκαταστήσει θα εγκατασταθεί
εμείς — we θα εγκαταστήσουμε, θα εγκαταστήσομε θα εγκατασταθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εγκαταστήσετε θα εγκατασταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγκαταστήσουν(ε) θα εγκατασταθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εγκαταστήσει θα έχω εγκατασταθεί
εσύ — you θα έχεις εγκαταστήσει θα έχεις εγκατασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εγκαταστήσει θα έχει εγκατασταθεί
εμείς — we θα έχουμε εγκαταστήσει θα έχουμε εγκατασταθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εγκαταστήσει θα έχετε εγκατασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εγκαταστήσει θα έχουν εγκατασταθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγκαθιστώ να εγκαθίσταμαι
εσύ — you να εγκαθιστάς να εγκαθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγκαθιστά να εγκαθίσταται
εμείς — we να εγκαθιστούμε να εγκαθιστάμεθα
εσείς — you (plural / polite) να εγκαθιστάτε να εγκαθίσταστε, να εγκαθίστασθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγκαθιστούν(ε) να εγκαθίστανται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγκαταστήσω να εγκατασταθώ
εσύ — you να εγκαταστήσεις να εγκατασταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγκαταστήσει να εγκατασταθεί
εμείς — we να εγκαταστήσουμε, να εγκαταστήσομε να εγκατασταθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εγκαταστήσετε να εγκατασταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγκαταστήσουν(ε) να εγκατασταθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εγκαταστήσει να έχω εγκατασταθεί
εσύ — you να έχεις εγκαταστήσει να έχεις εγκατασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εγκαταστήσει να έχει εγκατασταθεί
εμείς — we να έχουμε εγκαταστήσει να έχουμε εγκατασταθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εγκαταστήσει να έχετε εγκατασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εγκαταστήσει να έχουν εγκατασταθεί

Imperative · Προστακτική

For continuing action, να εγκαθιστάς / να εγκαθιστάτε can be used. The middle commands εγκαταστήσου / εγκατασταθείτε can mean settle in a place.

Simple: εγκατάστησε (εσύ); εγκαταστήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The present passive follows a learned pattern: εγκαθίσταμαι, εγκαθίστασαι, εγκαθίσταται, εγκαθιστάμεθα, εγκαθίσταστε, εγκαθίστανται.
  • The passive imperfect is chiefly used in learned third-person forms εγκαθίστατο / εγκαθίσταντο; other uncommon forms are unlisted.
  • εγκατεστημένος, -η, -ο describes an installed or established state. The command is εγκατάστησε; the past form is εγκατέστησε.

Εγκατάστησε το πρόγραμμα στον υπολογιστή.

Install the program on the computer.

Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

The family settled in Athens.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εγκαθιστώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/egkathisto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /egkathisto/