εγκαταλείπω (egkataleipo) — to abandon

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εγκαταλείπω means to abandon, leave behind or give up. εγκαταλείπομαι means to be abandoned.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκαταλείπω εγκαταλείπομαι
εσύ — you εγκαταλείπεις εγκαταλείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκαταλείπει εγκαταλείπεται
εμείς — we εγκαταλείπουμε, εγκαταλείπομε εγκαταλειπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εγκαταλείπετε εγκαταλείπεστε, εγκαταλειπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκαταλείπουν(ε) εγκαταλείπονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκατέλειπα εγκαταλειπόμουν(α)
εσύ — you εγκατέλειπες εγκαταλειπόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκατέλειπε εγκαταλειπόταν(ε)
εμείς — we εγκαταλείπαμε εγκαταλειπόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εγκαταλείπατε εγκαταλειπόσαστε, εγκαταλειπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκατέλειπαν, εγκαταλείπαν(ε) εγκαταλείπονταν, εγκαταλειπόντανε, εγκαταλειπόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκατέλειψα εγκαταλείφθηκα, εγκαταλείφτηκα
εσύ — you εγκατέλειψες εγκαταλείφθηκες, εγκαταλείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκατέλειψε εγκαταλείφθηκε, εγκαταλείφτηκε
εμείς — we εγκαταλείψαμε εγκαταλειφθήκαμε, εγκαταλειφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εγκαταλείψατε εγκαταλειφθήκατε, εγκαταλειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκατέλειψαν, εγκαταλείψαν(ε) εγκαταλείφθηκαν, εγκαταλειφθήκαν(ε), εγκαταλείφτηκαν, εγκαταλειφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εγκαταλείψει έχω εγκαταλειφθεί
εσύ — you έχεις εγκαταλείψει έχεις εγκαταλειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εγκαταλείψει έχει εγκαταλειφθεί
εμείς — we έχουμε εγκαταλείψει έχουμε εγκαταλειφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εγκαταλείψει έχετε εγκαταλειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εγκαταλείψει έχουν εγκαταλειφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εγκαταλείψει είχα εγκαταλειφθεί
εσύ — you είχες εγκαταλείψει είχες εγκαταλειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εγκαταλείψει είχε εγκαταλειφθεί
εμείς — we είχαμε εγκαταλείψει είχαμε εγκαταλειφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εγκαταλείψει είχατε εγκαταλειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εγκαταλείψει είχαν εγκαταλειφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγκαταλείπω θα εγκαταλείπομαι
εσύ — you θα εγκαταλείπεις θα εγκαταλείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγκαταλείπει θα εγκαταλείπεται
εμείς — we θα εγκαταλείπουμε, θα εγκαταλείπομε θα εγκαταλειπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εγκαταλείπετε θα εγκαταλείπεστε, θα εγκαταλειπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγκαταλείπουν(ε) θα εγκαταλείπονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγκαταλείψω θα εγκαταλειφθώ, θα εγκαταλειφτώ
εσύ — you θα εγκαταλείψεις θα εγκαταλειφθείς, θα εγκαταλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγκαταλείψει θα εγκαταλειφθεί, θα εγκαταλειφτεί
εμείς — we θα εγκαταλείψουμε, θα εγκαταλείψομε θα εγκαταλειφθούμε, θα εγκαταλειφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εγκαταλείψετε θα εγκαταλειφθείτε, θα εγκαταλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγκαταλείψουν(ε) θα εγκαταλειφθούν(ε), θα εγκαταλειφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εγκαταλείψει θα έχω εγκαταλειφθεί
εσύ — you θα έχεις εγκαταλείψει θα έχεις εγκαταλειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εγκαταλείψει θα έχει εγκαταλειφθεί
εμείς — we θα έχουμε εγκαταλείψει θα έχουμε εγκαταλειφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εγκαταλείψει θα έχετε εγκαταλειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εγκαταλείψει θα έχουν εγκαταλειφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγκαταλείπω να εγκαταλείπομαι
εσύ — you να εγκαταλείπεις να εγκαταλείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγκαταλείπει να εγκαταλείπεται
εμείς — we να εγκαταλείπουμε, να εγκαταλείπομε να εγκαταλειπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εγκαταλείπετε να εγκαταλείπεστε, να εγκαταλειπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγκαταλείπουν(ε) να εγκαταλείπονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγκαταλείψω να εγκαταλειφθώ, να εγκαταλειφτώ
εσύ — you να εγκαταλείψεις να εγκαταλειφθείς, να εγκαταλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγκαταλείψει να εγκαταλειφθεί, να εγκαταλειφτεί
εμείς — we να εγκαταλείψουμε, να εγκαταλείψομε να εγκαταλειφθούμε, να εγκαταλειφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να εγκαταλείψετε να εγκαταλειφθείτε, να εγκαταλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγκαταλείψουν(ε) να εγκαταλειφθούν(ε), να εγκαταλειφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εγκαταλείψει να έχω εγκαταλειφθεί
εσύ — you να έχεις εγκαταλείψει να έχεις εγκαταλειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εγκαταλείψει να έχει εγκαταλειφθεί
εμείς — we να έχουμε εγκαταλείψει να έχουμε εγκαταλειφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εγκαταλείψει να έχετε εγκαταλειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εγκαταλείψει να έχουν εγκαταλειφθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εγκατάλειπε εγκαταλείπετε — —
Simple εγκατάλειψε εγκαταλείψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The simple command is εγκατάλειψε; εγκατέλειψε is a past-tense form.
  • The tables use εγκαταλειφθεί in compound tenses; εγκαταλειφτεί is also used. εγκαταλειμμένος and the learned εγκαταλελειμμένος describe an abandoned state.

Μην εγκαταλείπεις την προσπάθεια.

Do not give up the effort.

Το σπίτι έχει εγκαταλειφθεί.

The house has been abandoned.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εγκαταλείπω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/egkataleipo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /egkataleipo/