Egkataleipo

Egkataleipo


ΕΓΚΑΤΑ..
I abandon
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
εγκαταλείπω εγκαταλείπουμε, εγκαταλείπομε εγκαταλείπομαι εγκαταλειπόμαστε
εγκαταλείπεις εγκαταλείπετε εγκαταλείπεσαι εγκαταλείπεστε, εγκαταλειπόσαστε
εγκαταλείπει εγκαταλείπουν(ε) εγκαταλείπεται εγκαταλείπονται
Imper
fect
εγκατέλειπα εγκαταλείπαμε εγκαταλειπόμουν(α) εγκαταλειπόμαστε, εγκαταλειπόμασταν
εγκατέλειπες εγκαταλείπατε εγκαταλειπόσουν(α) εγκαταλειπόσαστε, εγκαταλειπόσασταν
εγκατέλειπε εγκατέλειπαν, εγκαταλείπαν(ε) εγκαταλειπόταν(ε) εγκαταλείπονταν, εγκαταλειπόντανε, εγκαταλειπόντουσαν
Aorist εγκατέλειψα εγκαταλείψαμε εγκαταλείφθηκα, εγκαταλείφτηκα εγκαταλειφθήκαμε, εγκαταλειφτήκαμε
εγκατέλειψες εγκαταλείψατε εγκαταλείφθηκες, εγκαταλείφτηκες εγκαταλειφθήκατε, εγκαταλειφτήκατε
εγκατέλειψε εγκατέλειψαν, εγκαταλείψαν(ε) εγκαταλείφθηκε, εγκαταλείφτηκε εγκαταλείφθηκαν, εγκαταλειφθήκαν(ε), εγκαταλείφτηκαν, εγκαταλειφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω εγκαταλείψει
έχω εγκαταλειμμένο
έχουμε εγκαταλείψει
έχουμε εγκαταλειμμένο
έχω εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
είμαι εγκαταλειμμένος, -η
έχουμε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
είμαστε εγκαταλειμμένοι, -ες
έχεις εγκαταλείψει
έχεις εγκαταλειμμένο
έχετε εγκαταλείψει
έχετε εγκαταλειμμένο
έχεις εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
είσαι εγκαταλειμμένος, -η
έχετε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
είστε εγκαταλειμμένοι, -ες
έχει εγκαταλείψει
έχει εγκαταλειμμένο
έχουν εγκαταλείψει
έχουν εγκαταλειμμένο
έχει εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
είναι εγκαταλειμμένος, -η, -ο
έχουν εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
είναι εγκαταλειμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εγκαταλείψει
είχα εγκαταλειμμένο
είχαμε εγκαταλείψει
είχαμε εγκαταλειμμένο
είχα εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
ήμουν εγκαταλειμμένος, -η
είχαμε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
ήμαστε εγκαταλειμμένοι, -ες
είχες εγκαταλείψει
είχες εγκαταλειμμένο
είχατε εγκαταλείψει
είχατε εγκαταλειμμένο
είχες εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
ήσουν εγκαταλειμμένος, -η
είχατε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
ήσαστε εγκαταλειμμένοι, -ες
είχε εγκαταλείψει
είχε εγκαταλειμμένο
είχαν εγκαταλείψει
είχαν εγκαταλειμμένο
είχε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
ήταν εγκαταλειμμένος, -η, -ο
είχαν εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
ήταν εγκαταλειμμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα εγκαταλείπω θα εγκαταλείπουμε, θα εγκαταλείπομε θα εγκαταλείπομαι θα εγκαταλειπόμαστε
θα εγκαταλείπεις θα εγκαταλείπετε θα εγκαταλείπεσαι θα εγκαταλείπεστε, θα εγκαταλειπόσαστε
θα εγκαταλείπει θα εγκαταλείπουν(ε) θα εγκαταλείπεται θα εγκαταλείπονται
Simp
Fut
θα εγκαταλείψω θα εγκαταλείψουμε, θα εγκαταλείψομε θα εγκαταλειφθώ, θα εγκαταλειφτώ θα εγκαταλειφθούμε, θα εγκαταλειφτούμε
θα εγκαταλείψεις θα εγκαταλείψετε θα εγκαταλειφθείς, θα εγκαταλειφτείς θα εγκαταλειφθείτε, θα εγκαταλειφτείτε
θα εγκαταλείψει θα εγκαταλείψουν(ε) θα εγκαταλειφθεί, θα εγκαταλειφτεί θα εγκαταλειφθούν(ε), θα εγκαταλειφτούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω εγκαταλείψει
etc.
θα έχουμε εγκαταλείψει
etc.
θα έχω εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
θα έχουμε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
θα έχεις εγκαταλείψει
etc.
θα έχετε εγκαταλείψει
etc.
θα έχεις εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
θα έχετε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
θα έχει εγκαταλείψει
etc.
θα έχουν εγκαταλείψει
etc.
θα έχει εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
θα έχουν εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να εγκαταλείπω να εγκαταλείπουμε, να εγκαταλείπομε να εγκαταλείπομαι να εγκαταλειπόμαστε
να εγκαταλείπεις να εγκαταλείπετε να εγκαταλείπεσαι να εγκαταλείπεστε, να εγκαταλειπόσαστε
να εγκαταλείπει να εγκαταλείπουν(ε) να εγκαταλείπεται να εγκαταλείπονται
Aorist να εγκαταλείψω να εγκαταλείψουμε, να εγκαταλείψομε να εγκαταλειφθώ, να εγκαταλειφτώ να εγκαταλειφθούμε, να εγκαταλειφτούμε
να εγκαταλείψεις να εγκαταλείψετε να εγκαταλειφθείς, να εγκαταλειφτείς να εγκαταλειφθείτε, να εγκαταλειφτείτε
να εγκαταλείψει να εγκαταλείψουν(ε) να εγκαταλειφθεί, να εγκαταλειφτεί να εγκαταλειφθούν(ε), να εγκαταλειφτούν(ε)
Perf να έχω εγκαταλείψει
etc.
να έχουμε εγκαταλείψει
etc.
να έχω εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
να έχουμε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
να έχεις εγκαταλείψει
etc.
να έχετε εγκαταλείψει
etc.
να έχεις εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
να έχετε εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
να έχει εγκαταλείψει
etc.
να έχουν εγκαταλείψει
etc.
να έχει εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
να έχουν εγκαταλειφθεί/εγκαταλειφτεί
etc.
Imper
ative
Pres εγκατάλειπε εγκαταλείπετε εγκαταλείπεστε
Aorist εγκατάλειψε εγκαταλείψτε, εγκαταλείψετε εγκαταλείψου εγκαταλειφθείτε, εγκαταλειφτείτε
Part
iciple
Pres εγκαταλείποντας εγκαταλειπόμενος
Perf έχοντας εγκαταλείψει εγκαταλειμμένος, -η, -ο
εγκαταλελειμμένος, -η, -ο
εγκαταλειμμένοι, -ες, -α
εγκαταλελειμμένοι, -ες, -α
Infin Aorist εγκαταλείψει εγκαταλειφθεί, εγκαταλειφτεί

2017-03-22T01:54:48+00:00