εγκαινιάζω (egkainiazo) — to inaugurate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εγκαινιάζω means to inaugurate or formally open something. Figuratively it can mean to launch a new policy, practice or period of cooperation.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκαινιάζω εγκαινιάζομαι
εσύ — you εγκαινιάζεις εγκαινιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκαινιάζει εγκαινιάζεται
εμείς — we εγκαινιάζουμε, εγκαινιάζομε εγκαινιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εγκαινιάζετε εγκαινιάζεστε, εγκαινιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκαινιάζουν(ε) εγκαινιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκαινίαζα εγκαινιαζόμουνα
εσύ — you εγκαινίαζες εγκαινιαζόσουνα
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκαινίαζε εγκαινιαζότανε
εμείς — we εγκαινιάζαμε εγκαινιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εγκαινιάζατε εγκαινιαζόσαστε, εγκαινιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκαινίαζαν, εγκαινιάζαν(ε) εγκαινιάζονταν, εγκαινιαζόντανε, εγκαινιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγκαινίασα εγκαινιάστηκα
εσύ — you εγκαινίασες εγκαινιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγκαινίασε εγκαινιάστηκε
εμείς — we εγκαινιάσαμε εγκαινιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εγκαινιάσατε εγκαινιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγκαινίασαν, εγκαινιάσαν(ε) εγκαινιάστηκαν, εγκαινιαστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εγκαινιάσει έχω εγκαινιαστεί
εσύ — you έχεις εγκαινιάσει έχεις εγκαινιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εγκαινιάσει έχει εγκαινιαστεί
εμείς — we έχουμε εγκαινιάσει έχουμε εγκαινιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εγκαινιάσει έχετε εγκαινιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εγκαινιάσει έχουν εγκαινιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εγκαινιάσει είχα εγκαινιαστεί
εσύ — you είχες εγκαινιάσει είχες εγκαινιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εγκαινιάσει είχε εγκαινιαστεί
εμείς — we είχαμε εγκαινιάσει είχαμε εγκαινιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εγκαινιάσει είχατε εγκαινιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εγκαινιάσει είχαν εγκαινιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγκαινιάζω θα εγκαινιάζομαι
εσύ — you θα εγκαινιάζεις θα εγκαινιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγκαινιάζει θα εγκαινιάζεται
εμείς — we θα εγκαινιάζουμε, θα εγκαινιάζομε θα εγκαινιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εγκαινιάζετε θα εγκαινιάζεστε, θα εγκαινιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγκαινιάζουν(ε) θα εγκαινιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγκαινιάσω θα εγκαινιαστώ
εσύ — you θα εγκαινιάσεις θα εγκαινιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγκαινιάσει θα εγκαινιαστεί
εμείς — we θα εγκαινιάσουμε, θα εγκαινιάσομε θα εγκαινιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εγκαινιάσετε θα εγκαινιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγκαινιάσουν(ε) θα εγκαινιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εγκαινιάσει θα έχω εγκαινιαστεί
εσύ — you θα έχεις εγκαινιάσει θα έχεις εγκαινιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εγκαινιάσει θα έχει εγκαινιαστεί
εμείς — we θα έχουμε εγκαινιάσει θα έχουμε εγκαινιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εγκαινιάσει θα έχετε εγκαινιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εγκαινιάσει θα έχουν εγκαινιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγκαινιάζω να εγκαινιάζομαι
εσύ — you να εγκαινιάζεις να εγκαινιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγκαινιάζει να εγκαινιάζεται
εμείς — we να εγκαινιάζουμε, να εγκαινιάζομε να εγκαινιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εγκαινιάζετε να εγκαινιάζεστε, να εγκαινιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγκαινιάζουν(ε) να εγκαινιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγκαινιάσω να εγκαινιαστώ
εσύ — you να εγκαινιάσεις να εγκαινιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγκαινιάσει να εγκαινιαστεί
εμείς — we να εγκαινιάσουμε, να εγκαινιάσομε να εγκαινιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εγκαινιάσετε να εγκαινιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγκαινιάσουν να εγκαινιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εγκαινιάσει να έχω εγκαινιαστεί
εσύ — you να έχεις εγκαινιάσει να έχεις εγκαινιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εγκαινιάσει να έχει εγκαινιαστεί
εμείς — we να έχουμε εγκαινιάσει να έχουμε εγκαινιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εγκαινιάσει να έχετε εγκαινιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εγκαινιάσει να έχουν εγκαινιαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εγκαινίαζε εγκαινιάζετε — —
Simple εγκαινίασε εγκαινιάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive εγκαινιάζομαι is chiefly used of buildings, facilities or initiatives being inaugurated. Personal passive commands are unusual.
  • εγκαινιασμένος, -η, -ο describes something inaugurated.

Το νέο μουσείο εγκαινιάστηκε χθες.

The new museum was inaugurated yesterday.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εγκαινιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/egkainiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /egkainiazo/