εγείρω (egeiro) — to raise claims or objections

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εγείρω is a formal verb meaning to raise, especially claims, objections or legal proceedings. εγείρομαι means to rise or be raised. It is not the ordinary everyday verb for building or erecting something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγείρω εγείρομαι
εσύ — you εγείρεις εγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγείρει εγείρεται
εμείς — we εγείρουμε εγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εγείρετε εγείρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγείρουν εγείρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ήγειρα εγειρόμουν
εσύ — you ήγειρες εγειρόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ήγειρε εγειρόταν
εμείς — we εγείραμε εγειρόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εγείρατε εγειρόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ήγειραν εγείρονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ήγειρα εγέρθηκα
εσύ — you ήγειρες εγέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ήγειρε εγέρθηκε
εμείς — we εγείραμε εγερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εγείρατε εγερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ήγειραν εγέρθηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εγείρει έχω εγερθεί
εσύ — you έχεις εγείρει έχεις εγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εγείρει έχει εγερθεί
εμείς — we έχουμε εγείρει έχουμε εγερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εγείρει έχετε εγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εγείρει έχουν εγερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εγείρει είχα εγερθεί
εσύ — you είχες εγείρει είχες εγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εγείρει είχε εγερθεί
εμείς — we είχαμε εγείρει είχαμε εγερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εγείρει είχατε εγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εγείρει είχαν εγερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγείρω θα εγείρομαι
εσύ — you θα εγείρεις θα εγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγείρει θα εγείρεται
εμείς — we θα εγείρουμε θα εγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εγείρετε θα εγείρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγείρουν θα εγείρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγείρω θα εγερθώ
εσύ — you θα εγείρεις θα εγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγείρει θα εγερθεί
εμείς — we θα εγείρουμε θα εγερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εγείρετε θα εγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγείρουν θα εγερθούν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εγείρει θα έχω εγερθεί
εσύ — you θα έχεις εγείρει θα έχεις εγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εγείρει θα έχει εγερθεί
εμείς — we θα έχουμε εγείρει θα έχουμε εγερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εγείρει θα έχετε εγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εγείρει θα έχουν εγερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγείρω να εγείρομαι
εσύ — you να εγείρεις να εγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγείρει να εγείρεται
εμείς — we να εγείρουμε να εγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εγείρετε να εγείρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγείρουν να εγείρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγείρω να εγερθώ
εσύ — you να εγείρεις να εγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγείρει να εγερθεί
εμείς — we να εγείρουμε να εγερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εγείρετε να εγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγείρουν να εγερθούν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εγείρει να έχω εγερθεί
εσύ — you να έχεις εγείρει να έχεις εγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εγείρει να έχει εγερθεί
εμείς — we να έχουμε εγείρει να έχουμε εγερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εγείρει να έχετε εγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εγείρει να έχουν εγερθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έγειρε εγείρετε — —
Simple έγειρε εγείρετε — εγερθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The imperfect and simple past share ήγειρα; the active nonpast forms are also identical across aspects. Perfect forms use εγείρει, while the passive uses εγερθεί.
  • εγέρθητι / εγέρθητε are learned commands retained in formal or military contexts. Everyday “get up” is usually σήκω / σηκωθείτε.
  • Do not confuse εγείρω with the separate verb γέρνω, “lean / tilt”, which also has forms such as έγειρα.

Η απόφαση εγείρει σοβαρά ερωτήματα.

The decision raises serious questions.

Έχουν εγερθεί αντιρρήσεις.

Objections have been raised.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εγείρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/egeiro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /egeiro/