εγγυώμαι (egguomai) — to guarantee

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εγγυώμαι means to guarantee or vouch for. Although its endings look passive, its ordinary meaning is active.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εγγυώμαι
εσύ — you εγγυάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγγυάται
εμείς — we εγγυόμαστε, εγγυώμεθα
εσείς — you (plural / polite) εγγυάστε, εγγυάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγγυώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εγγυόμουν(α)
εσύ — you εγγυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγγυόταν(ε)
εμείς — we εγγυόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εγγυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγγυόνταν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εγγυήθηκα
εσύ — you εγγυήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγγυήθηκε
εμείς — we εγγυηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εγγυηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγγυήθηκαν, εγγυηθήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω εγγυηθεί
εσύ — you έχεις εγγυηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εγγυηθεί
εμείς — we έχουμε εγγυηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εγγυηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εγγυηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα εγγυηθεί
εσύ — you είχες εγγυηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εγγυηθεί
εμείς — we είχαμε εγγυηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εγγυηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εγγυηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εγγυώμαι
εσύ — you θα εγγυάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγγυάται
εμείς — we θα εγγυόμαστε, θα εγγυώμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα εγγυάστε, θα εγγυάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγγυώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εγγυηθώ
εσύ — you θα εγγυηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγγυηθεί
εμείς — we θα εγγυηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εγγυηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγγυηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω εγγυηθεί
εσύ — you θα έχεις εγγυηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εγγυηθεί
εμείς — we θα έχουμε εγγυηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εγγυηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εγγυηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εγγυώμαι
εσύ — you να εγγυάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγγυάται
εμείς — we να εγγυόμαστε, να εγγυώμεθα
εσείς — you (plural / polite) να εγγυάστε, να εγγυάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγγυώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εγγυηθώ
εσύ — you να εγγυηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγγυηθεί
εμείς — we να εγγυηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εγγυηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγγυηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω εγγυηθεί
εσύ — you να έχεις εγγυηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εγγυηθεί
εμείς — we να έχουμε εγγυηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εγγυηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εγγυηθεί

Imperative · Προστακτική

For continuing action, να εγγυάσαι / να εγγυάστε can be used. The simple forms come from εγγυήθηκα.

Simple: εγγυήσου (εσύ); εγγυηθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfect is έχω εγγυηθεί, “I have guaranteed”. εγγυηθεί is the dependent form, not a standalone infinitive.
  • εγγυημένος, -η, -ο describes something guaranteed; it is different from the active meaning of εγγυώμαι.
  • εγγυώμενος, -η, -ο means guaranteeing or acting as guarantor. εγγυώμεθα / εγγυάσθε are formal variants.

Σου εγγυώμαι ότι θα λειτουργήσει.

I guarantee you that it will work.

Η ποιότητα είναι εγγυημένη.

The quality is guaranteed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εγγυώμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/egguomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /egguomai/