Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ειδοποιώ means to notify, inform or alert someone. ειδοποιούμαι means to be notified.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ειδοποιώ | ειδοποιούμαι |
| εσύ — you | ειδοποιείς | ειδοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ειδοποιεί | ειδοποιείται |
| εμείς — we | ειδοποιούμε | ειδοποιούμαστε, ειδοποιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ειδοποιείτε | ειδοποιείστε, ειδοποιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ειδοποιούν(ε) | ειδοποιούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ειδοποιούσα | ειδοποιούμουν |
| εσύ — you | ειδοποιούσες | ειδοποιούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ειδοποιούσε | ειδοποιούνταν, ειδοποιείτο |
| εμείς — we | ειδοποιούσαμε | ειδοποιούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ειδοποιούσατε | ειδοποιούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ειδοποιούσαν(ε) | ειδοποιούνταν, ειδοποιούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ειδοποίησα | ειδοποιήθηκα |
| εσύ — you | ειδοποίησες | ειδοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ειδοποίησε | ειδοποιήθηκε |
| εμείς — we | ειδοποιήσαμε | ειδοποιηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ειδοποιήσατε | ειδοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ειδοποίησαν, ειδοποιήσαν(ε) | ειδοποιήθηκαν, ειδοποιηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ειδοποιήσει | έχω ειδοποιηθεί |
| εσύ — you | έχεις ειδοποιήσει | έχεις ειδοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ειδοποιήσει | έχει ειδοποιηθεί |
| εμείς — we | έχουμε ειδοποιήσει | έχουμε ειδοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ειδοποιήσει | έχετε ειδοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ειδοποιήσει | έχουν ειδοποιηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ειδοποιήσει | είχα ειδοποιηθεί |
| εσύ — you | είχες ειδοποιήσει | είχες ειδοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ειδοποιήσει | είχε ειδοποιηθεί |
| εμείς — we | είχαμε ειδοποιήσει | είχαμε ειδοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ειδοποιήσει | είχατε ειδοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ειδοποιήσει | είχαν ειδοποιηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ειδοποιώ | θα ειδοποιούμαι |
| εσύ — you | θα ειδοποιείς | θα ειδοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ειδοποιεί | θα ειδοποιείται |
| εμείς — we | θα ειδοποιούμε | θα ειδοποιούμαστε, θα ειδοποιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ειδοποιείτε | θα ειδοποιείστε, θα ειδοποιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ειδοποιούν(ε) | θα ειδοποιούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ειδοποιήσω | θα ειδοποιηθώ |
| εσύ — you | θα ειδοποιήσεις | θα ειδοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ειδοποιήσει | θα ειδοποιηθεί |
| εμείς — we | θα ειδοποιήσουμε | θα ειδοποιηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ειδοποιήσετε | θα ειδοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ειδοποιήσουν(ε) | θα ειδοποιηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ειδοποιήσει | θα έχω ειδοποιηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ειδοποιήσει | θα έχεις ειδοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ειδοποιήσει | θα έχει ειδοποιηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ειδοποιήσει | θα έχουμε ειδοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ειδοποιήσει | θα έχετε ειδοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ειδοποιήσει | θα έχουν ειδοποιηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ειδοποιώ | να ειδοποιούμαι |
| εσύ — you | να ειδοποιείς | να ειδοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ειδοποιεί | να ειδοποιείται |
| εμείς — we | να ειδοποιούμε | να ειδοποιούμαστε, να ειδοποιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ειδοποιείτε | να ειδοποιείστε, να ειδοποιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ειδοποιούν(ε) | να ειδοποιούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ειδοποιήσω | να ειδοποιηθώ |
| εσύ — you | να ειδοποιήσεις | να ειδοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ειδοποιήσει | να ειδοποιηθεί |
| εμείς — we | να ειδοποιήσουμε, να ειδοποιήσομε | να ειδοποιηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ειδοποιήσετε | να ειδοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ειδοποιήσουν(ε) | να ειδοποιηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ειδοποιήσει | να έχω ειδοποιηθεί |
| εσύ — you | να έχεις ειδοποιήσει | να έχεις ειδοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ειδοποιήσει | να έχει ειδοποιηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ειδοποιήσει | να έχουμε ειδοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ειδοποιήσει | να έχετε ειδοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ειδοποιήσει | να έχουν ειδοποιηθεί |
Imperative · Προστακτική
For repeated action, να ειδοποιείς / να ειδοποιείτε can be used. Passive commands are uncommon; ordinary requests usually name who should notify whom.
Simple: ειδοποίησε (εσύ); ειδοποιήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- ειδοποιημένος, -η, -ο describes someone already informed; ειδοποιούμενος, -η, -ο means being notified.
- The table uses the -ούμαι pattern consistently; informal variants in -ιέμαι have different present-stem endings.
Ειδοποίησέ με όταν φτάσεις.
Let me know when you arrive.
Έχουμε ήδη ειδοποιηθεί για την αλλαγή.
We have already been notified of the change.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ειδοποιώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eidopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/eidopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.