Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απλοποιώ — to simplify
Passive: απλοποιούμαι — to be simplified. Passive forms are most often used in the third person for procedures, rules and explanations.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απλοποιώ | απλοποιούμαι |
| εσύ — you | απλοποιείς | απλοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απλοποιεί | απλοποιείται |
| εμείς — we | απλοποιούμε | απλοποιούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | απλοποιείτε | απλοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απλοποιούν(ε) | απλοποιούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απλοποιούσα | απλοποιούμουν |
| εσύ — you | απλοποιούσες | απλοποιούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απλοποιούσε | απλοποιούνταν |
| εμείς — we | απλοποιούσαμε | απλοποιούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | απλοποιούσατε | απλοποιούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απλοποιούσαν(ε) | απλοποιούνταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απλοποίησα | απλοποιήθηκα |
| εσύ — you | απλοποίησες | απλοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απλοποίησε | απλοποιήθηκε |
| εμείς — we | απλοποιήσαμε | απλοποιηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απλοποιήσατε | απλοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απλοποίησαν, απλοποιήσαν(ε) | απλοποιήθηκαν, απλοποιηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω απλοποιήσει | έχω απλοποιηθεί |
| εσύ — you | έχεις απλοποιήσει | έχεις απλοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απλοποιήσει | έχει απλοποιηθεί |
| εμείς — we | έχουμε απλοποιήσει | έχουμε απλοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απλοποιήσει | έχετε απλοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απλοποιήσει | έχουν απλοποιηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα απλοποιήσει | είχα απλοποιηθεί |
| εσύ — you | είχες απλοποιήσει | είχες απλοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απλοποιήσει | είχε απλοποιηθεί |
| εμείς — we | είχαμε απλοποιήσει | είχαμε απλοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απλοποιήσει | είχατε απλοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απλοποιήσει | είχαν απλοποιηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απλοποιώ | θα απλοποιούμαι |
| εσύ — you | θα απλοποιείς | θα απλοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απλοποιεί | θα απλοποιείται |
| εμείς — we | θα απλοποιούμε | θα απλοποιούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απλοποιείτε | θα απλοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απλοποιούν(ε) | θα απλοποιούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απλοποιήσω | θα απλοποιηθώ |
| εσύ — you | θα απλοποιήσεις | θα απλοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απλοποιήσει | θα απλοποιηθεί |
| εμείς — we | θα απλοποιήσουμε | θα απλοποιηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απλοποιήσετε | θα απλοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απλοποιήσουν(ε) | θα απλοποιηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απλοποιήσει | θα έχω απλοποιηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις απλοποιήσει | θα έχεις απλοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απλοποιήσει | θα έχει απλοποιηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε απλοποιήσει | θα έχουμε απλοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απλοποιήσει | θα έχετε απλοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απλοποιήσει | θα έχουν απλοποιηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απλοποιώ | να απλοποιούμαι |
| εσύ — you | να απλοποιείς | να απλοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απλοποιεί | να απλοποιείται |
| εμείς — we | να απλοποιούμε | να απλοποιούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απλοποιείτε | να απλοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απλοποιούν(ε) | να απλοποιούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απλοποιήσω | να απλοποιηθώ |
| εσύ — you | να απλοποιήσεις | να απλοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απλοποιήσει | να απλοποιηθεί |
| εμείς — we | να απλοποιήσουμε, να απλοποιήσομε | να απλοποιηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απλοποιήσετε | να απλοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απλοποιήσουν(ε) | να απλοποιηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω απλοποιήσει | να έχω απλοποιηθεί |
| εσύ — you | να έχεις απλοποιήσει | να έχεις απλοποιηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απλοποιήσει | να έχει απλοποιηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε απλοποιήσει | να έχουμε απλοποιηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απλοποιήσει | να έχετε απλοποιηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απλοποιήσει | να έχουν απλοποιηθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | να απλοποιείς (να-construction) | απλοποιείτε | — | — |
| Simple | απλοποίησε | απλοποιήστε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- απλοποιώντας — simplifying; έχοντας απλοποιήσει — having simplified.
- απλοποιημένος, απλοποιημένη, απλοποιημένο — simplified.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The tables show the -ούμαι passive pattern. Formal imperfect variants απλοποιείτο / απλοποιούντο also occur.
- Direct imperative: απλοποιήστε; use να / θα / μην απλοποιήσετε in the corresponding constructions.
- Negative instructions: μην απλοποιείς / μην απλοποιήσεις. Passive commands meaning “be simplified” are unusual.
Μπορείς να απλοποιήσεις την εξήγηση;
Can you simplify the explanation?
Η διαδικασία έχει απλοποιηθεί.
The procedure has been simplified.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απλοποιώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aplopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/aplopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.