Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

απλοποιώ — to simplify

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απλοποιώ — to simplify

Passive: απλοποιούμαι — to be simplified. Passive forms are most often used in the third person for procedures, rules and explanations.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απλοποιώ απλοποιούμαι
εσύ — you απλοποιείς απλοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απλοποιεί απλοποιείται
εμείς — we απλοποιούμε απλοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) απλοποιείτε απλοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απλοποιούν(ε) απλοποιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απλοποιούσα απλοποιούμουν
εσύ — you απλοποιούσες απλοποιούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απλοποιούσε απλοποιούνταν
εμείς — we απλοποιούσαμε απλοποιούμασταν
εσείς — you (plural / polite) απλοποιούσατε απλοποιούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απλοποιούσαν(ε) απλοποιούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απλοποίησα απλοποιήθηκα
εσύ — you απλοποίησες απλοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απλοποίησε απλοποιήθηκε
εμείς — we απλοποιήσαμε απλοποιηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απλοποιήσατε απλοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απλοποίησαν, απλοποιήσαν(ε) απλοποιήθηκαν, απλοποιηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απλοποιήσει έχω απλοποιηθεί
εσύ — you έχεις απλοποιήσει έχεις απλοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απλοποιήσει έχει απλοποιηθεί
εμείς — we έχουμε απλοποιήσει έχουμε απλοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απλοποιήσει έχετε απλοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απλοποιήσει έχουν απλοποιηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απλοποιήσει είχα απλοποιηθεί
εσύ — you είχες απλοποιήσει είχες απλοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απλοποιήσει είχε απλοποιηθεί
εμείς — we είχαμε απλοποιήσει είχαμε απλοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απλοποιήσει είχατε απλοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απλοποιήσει είχαν απλοποιηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απλοποιώ θα απλοποιούμαι
εσύ — you θα απλοποιείς θα απλοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απλοποιεί θα απλοποιείται
εμείς — we θα απλοποιούμε θα απλοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απλοποιείτε θα απλοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απλοποιούν(ε) θα απλοποιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απλοποιήσω θα απλοποιηθώ
εσύ — you θα απλοποιήσεις θα απλοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απλοποιήσει θα απλοποιηθεί
εμείς — we θα απλοποιήσουμε θα απλοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απλοποιήσετε θα απλοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απλοποιήσουν(ε) θα απλοποιηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απλοποιήσει θα έχω απλοποιηθεί
εσύ — you θα έχεις απλοποιήσει θα έχεις απλοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απλοποιήσει θα έχει απλοποιηθεί
εμείς — we θα έχουμε απλοποιήσει θα έχουμε απλοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απλοποιήσει θα έχετε απλοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απλοποιήσει θα έχουν απλοποιηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απλοποιώ να απλοποιούμαι
εσύ — you να απλοποιείς να απλοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απλοποιεί να απλοποιείται
εμείς — we να απλοποιούμε να απλοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απλοποιείτε να απλοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απλοποιούν(ε) να απλοποιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απλοποιήσω να απλοποιηθώ
εσύ — you να απλοποιήσεις να απλοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απλοποιήσει να απλοποιηθεί
εμείς — we να απλοποιήσουμε, να απλοποιήσομε να απλοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να απλοποιήσετε να απλοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απλοποιήσουν(ε) να απλοποιηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απλοποιήσει να έχω απλοποιηθεί
εσύ — you να έχεις απλοποιήσει να έχεις απλοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απλοποιήσει να έχει απλοποιηθεί
εμείς — we να έχουμε απλοποιήσει να έχουμε απλοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απλοποιήσει να έχετε απλοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απλοποιήσει να έχουν απλοποιηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous να απλοποιείς (να-construction) απλοποιείτε — —
Simple απλοποίησε απλοποιήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • απλοποιώντας — simplifying; έχοντας απλοποιήσει — having simplified.
  • απλοποιημένος, απλοποιημένη, απλοποιημένο — simplified.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The tables show the -ούμαι passive pattern. Formal imperfect variants απλοποιείτο / απλοποιούντο also occur.
  • Direct imperative: απλοποιήστε; use να / θα / μην απλοποιήσετε in the corresponding constructions.
  • Negative instructions: μην απλοποιείς / μην απλοποιήσεις. Passive commands meaning “be simplified” are unusual.

Μπορείς να απλοποιήσεις την εξήγηση;

Can you simplify the explanation?

Η διαδικασία έχει απλοποιηθεί.

The procedure has been simplified.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απλοποιώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aplopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /aplopoio/