προειδοποιώ (proeidopoio) — to warn; to give advance notice

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προειδοποιώ means to warn or give advance notice. The passive means to be warned.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προειδοποιώ προειδοποιούμαι
εσύ — you προειδοποιείς προειδοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προειδοποιεί προειδοποιείται
εμείς — we προειδοποιούμε προειδοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) προειδοποιείτε προειδοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προειδοποιούν(ε) προειδοποιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προειδοποιούσα προειδοποιούμουν
εσύ — you προειδοποιούσες προειδοποιούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προειδοποιούσε προειδοποιούνταν, προειδοποιείτο
εμείς — we προειδοποιούσαμε προειδοποιούμασταν
εσείς — you (plural / polite) προειδοποιούσατε προειδοποιούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they προειδοποιούσαν(ε) προειδοποιούνταν, προειδοποιούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προειδοποίησα προειδοποιήθηκα
εσύ — you προειδοποίησες προειδοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προειδοποίησε προειδοποιήθηκε
εμείς — we προειδοποιήσαμε προειδοποιηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προειδοποιήσατε προειδοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προειδοποίησαν, προειδοποιήσαν(ε) προειδοποιήθηκαν, προειδοποιηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προειδοποιήσει έχω προειδοποιηθεί
εσύ — you έχεις προειδοποιήσει έχεις προειδοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προειδοποιήσει έχει προειδοποιηθεί
εμείς — we έχουμε προειδοποιήσει έχουμε προειδοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προειδοποιήσει έχετε προειδοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προειδοποιήσει έχουν προειδοποιηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προειδοποιήσει είχα προειδοποιηθεί
εσύ — you είχες προειδοποιήσει είχες προειδοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προειδοποιήσει είχε προειδοποιηθεί
εμείς — we είχαμε προειδοποιήσει είχαμε προειδοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προειδοποιήσει είχατε προειδοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προειδοποιήσει είχαν προειδοποιηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προειδοποιώ θα προειδοποιούμαι
εσύ — you θα προειδοποιείς θα προειδοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προειδοποιεί θα προειδοποιείται
εμείς — we θα προειδοποιούμε θα προειδοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα προειδοποιείτε θα προειδοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προειδοποιούν(ε) θα προειδοποιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προειδοποιήσω θα προειδοποιηθώ
εσύ — you θα προειδοποιήσεις θα προειδοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προειδοποιήσει θα προειδοποιηθεί
εμείς — we θα προειδοποιήσουμε θα προειδοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προειδοποιήσετε θα προειδοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προειδοποιήσουν(ε) θα προειδοποιηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προειδοποιήσει θα έχω προειδοποιηθεί
εσύ — you θα έχεις προειδοποιήσει θα έχεις προειδοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προειδοποιήσει θα έχει προειδοποιηθεί
εμείς — we θα έχουμε προειδοποιήσει θα έχουμε προειδοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προειδοποιήσει θα έχετε προειδοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προειδοποιήσει θα έχουν προειδοποιηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προειδοποιώ να προειδοποιούμαι
εσύ — you να προειδοποιείς να προειδοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προειδοποιεί να προειδοποιείται
εμείς — we να προειδοποιούμε να προειδοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να προειδοποιείτε να προειδοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προειδοποιούν(ε) να προειδοποιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προειδοποιήσω να προειδοποιηθώ
εσύ — you να προειδοποιήσεις να προειδοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προειδοποιήσει να προειδοποιηθεί
εμείς — we να προειδοποιήσουμε, να προειδοποιήσομε να προειδοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προειδοποιήσετε να προειδοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προειδοποιήσουν(ε) να προειδοποιηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προειδοποιήσει να έχω προειδοποιηθεί
εσύ — you να έχεις προειδοποιήσει να έχεις προειδοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προειδοποιήσει να έχει προειδοποιηθεί
εμείς — we να έχουμε προειδοποιήσει να έχουμε προειδοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προειδοποιήσει να έχετε προειδοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προειδοποιήσει να έχουν προειδοποιηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: προειδοποίησε (εσύ); προειδοποιήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • προειδοποιείτο / προειδοποιούντο are learned imperfect variants.

Σε προειδοποίησα εγκαίρως.

I warned you in good time.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προειδοποιώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/proeidopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /proeidopoio/