προδίδω (prodido) — to betray

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προδίδω / προδίνω means to betray, give away, or reveal something unintentionally. The passive means to be betrayed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προδίδω προδίδομαι
εσύ — you προδίδεις προδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προδίδει προδίδεται
εμείς — we προδίδουμε, προδίδομε προδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) προδίδετε προδίδεστε, προδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προδίδουν(ε) προδίδονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πρόδιδα προδιδόμουν(α)
εσύ — you πρόδιδες προδιδόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πρόδιδε προδιδόταν(ε)
εμείς — we προδίδαμε προδιδόμασταν
εσείς — you (plural / polite) προδίδατε προδιδόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πρόδιδαν, προδίδαν(ε) προδίδονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πρόδωσα προδόθηκα
εσύ — you πρόδωσες προδόθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πρόδωσε προδόθηκε
εμείς — we προδώσαμε προδοθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προδώσατε προδοθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πρόδωσαν, προδώσαν(ε) προδόθηκαν, προδοθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προδώσει έχω προδοθεί
εσύ — you έχεις προδώσει έχεις προδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προδώσει έχει προδοθεί
εμείς — we έχουμε προδώσει έχουμε προδοθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προδώσει έχετε προδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προδώσει έχουν προδοθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προδώσει είχα προδοθεί
εσύ — you είχες προδώσει είχες προδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προδώσει είχε προδοθεί
εμείς — we είχαμε προδώσει είχαμε προδοθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προδώσει είχατε προδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προδώσει είχαν προδοθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προδίδω θα προδίδομαι
εσύ — you θα προδίδεις θα προδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προδίδει θα προδίδεται
εμείς — we θα προδίδουμε, θα προδίδομε θα προδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα προδίδετε θα προδίδεστε, θα προδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προδίδουν(ε) θα προδίδονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προδώσω θα προδοθώ
εσύ — you θα προδώσεις θα προδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προδώσει θα προδοθεί
εμείς — we θα προδώσουμε, θα προδώσομε θα προδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προδώσετε θα προδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προδώσουν(ε) θα προδοθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προδώσει θα έχω προδοθεί
εσύ — you θα έχεις προδώσει θα έχεις προδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προδώσει θα έχει προδοθεί
εμείς — we θα έχουμε προδώσει θα έχουμε προδοθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προδώσει θα έχετε προδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προδώσει θα έχουν προδοθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προδίδω να προδίδομαι
εσύ — you να προδίδεις να προδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προδίδει να προδίδεται
εμείς — we να προδίδουμε, να προδίδομε να προδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να προδίδετε να προδίδεστε, να προδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προδίδουν(ε) να προδίδονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προδώσω να προδοθώ
εσύ — you να προδώσεις να προδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προδώσει να προδοθεί
εμείς — we να προδώσουμε, να προδώσομε να προδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προδώσετε να προδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προδώσουν(ε) να προδοθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προδώσει να έχω προδοθεί
εσύ — you να έχεις προδώσει να έχεις προδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προδώσει να έχει προδοθεί
εμείς — we να έχουμε προδώσει να έχουμε προδοθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προδώσει να έχετε προδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προδώσει να έχουν προδοθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: πρόδιδε / προδίδετε.

Simple: πρόδωσε (εσύ); προδώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Both present series share πρόδωσα / θα προδώσω / έχω προδώσει and προδόθηκα / θα προδοθώ / έχω προδοθεί.

Η φωνή του πρόδωσε την αγωνία του.

His voice betrayed his anxiety.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προδίδω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prodido/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /prodido/