Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
See this verb in use
Το σινεμά προβάλλει μια ελληνική ταινία.
The cinema is showing a Greek film.
The object helps determine the meaning: a cinema shows a film, while someone can put forward an argument. Read the active and middle/passive columns separately.
προβάλλω means to project, show, promote, put forward, or come into view. The passive means to be shown or promoted.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | προβάλλω | προβάλλομαι |
| εσύ — you | προβάλλεις | προβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | προβάλλει | προβάλλεται |
| εμείς — we | προβάλλουμε, προβάλλομε | προβαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | προβάλλετε | προβάλλεστε, προβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | προβάλλουν(ε) | προβάλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πρόβαλλα | προβαλλόμουν(α) |
| εσύ — you | πρόβαλλες | προβαλλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πρόβαλλε | προβαλλόταν(ε) |
| εμείς — we | προβάλλαμε | προβαλλόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | προβάλλατε | προβαλλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πρόβαλλαν, προβάλλαν(ε) | προβάλλονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πρόβαλα, προέβαλα | προβλήθηκα |
| εσύ — you | πρόβαλες, προέβαλες | προβλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πρόβαλε, προέβαλε | προβλήθηκε |
| εμείς — we | προβάλαμε | προβληθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | προβάλατε | προβληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πρόβαλαν, προβάλαν(ε), προέβαλαν | προβλήθηκαν, προβληθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω προβάλει | έχω προβληθεί |
| εσύ — you | έχεις προβάλει | έχεις προβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει προβάλει | έχει προβληθεί |
| εμείς — we | έχουμε προβάλει | έχουμε προβληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε προβάλει | έχετε προβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν προβάλει | έχουν προβληθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα προβάλει | είχα προβληθεί |
| εσύ — you | είχες προβάλει | είχες προβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε προβάλει | είχε προβληθεί |
| εμείς — we | είχαμε προβάλει | είχαμε προβληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε προβάλει | είχατε προβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν προβάλει | είχαν προβληθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα προβάλλω | θα προβάλλομαι |
| εσύ — you | θα προβάλλεις | θα προβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα προβάλλει | θα προβάλλεται |
| εμείς — we | θα προβάλλουμε, θα προβάλλομε | θα προβαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα προβάλλετε | θα προβάλλεστε, θα προβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα προβάλλουν(ε) | θα προβάλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα προβάλω | θα προβληθώ |
| εσύ — you | θα προβάλεις | θα προβληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα προβάλει | θα προβληθεί |
| εμείς — we | θα προβάλουμε, θα προβάλομε | θα προβληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα προβάλετε | θα προβληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα προβάλουν(ε) | θα προβληθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω προβάλει | θα έχω προβληθεί |
| εσύ — you | θα έχεις προβάλει | θα έχεις προβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει προβάλει | θα έχει προβληθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε προβάλει | θα έχουμε προβληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε προβάλει | θα έχετε προβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν προβάλει | θα έχουν προβληθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να προβάλλω | να προβάλλομαι |
| εσύ — you | να προβάλλεις | να προβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να προβάλλει | να προβάλλεται |
| εμείς — we | να προβάλλουμε, να προβάλλομε | να προβαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να προβάλλετε | να προβάλλεστε, να προβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να προβάλλουνε | να προβάλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να προβάλω | να προβληθώ |
| εσύ — you | να προβάλεις | να προβληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να προβάλει | να προβληθεί |
| εμείς — we | να προβάλουμε | να προβληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να προβάλετε | να προβληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να προβάλουν(ε) | να προβληθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω προβάλει | να έχω προβληθεί |
| εσύ — you | να έχεις προβάλει | να έχεις προβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει προβάλει | να έχει προβληθεί |
| εμείς — we | να έχουμε προβάλει | να έχουμε προβληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε προβάλει | να έχετε προβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν προβάλει | να έχουν προβληθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πρόβαλλε / προβάλλετε.
Simple: πρόβαλε (εσύ); προβάλετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Continuous forms retain double λ (προβάλλω, πρόβαλλα); active perfective forms have one λ (πρόβαλα / προέβαλα, θα προβάλω, έχω προβάλει).
- προβεβλημένος is a learned participle, often meaning prominent or high-profile.
Ο κινηματογράφος προβάλλει μια νέα ταινία.
The cinema is showing a new film.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προβάλλω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/proballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/proballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.