νομιμοποιώ (nomimopoio) — to legalize

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

νομιμοποιώ means to legalise or give legal recognition to something. νομιμοποιούμαι means to be legalised or, in a suitable context, to be entitled or authorised.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νομιμοποιώ νομιμοποιούμαι
εσύ — you νομιμοποιείς νομιμοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νομιμοποιεί νομιμοποιείται
εμείς — we νομιμοποιούμε νομιμοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) νομιμοποιείτε νομιμοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νομιμοποιούν(ε) νομιμοποιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νομιμοποιούσα νομιμοποιούμουν
εσύ — you νομιμοποιούσες νομιμοποιούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νομιμοποιούσε νομιμοποιούνταν, νομιμοποιείτο
εμείς — we νομιμοποιούσαμε νομιμοποιούμασταν
εσείς — you (plural / polite) νομιμοποιούσατε νομιμοποιούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they νομιμοποιούσαν(ε) νομιμοποιούνταν, νομιμοποιούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νομιμοποίησα νομιμοποιήθηκα
εσύ — you νομιμοποίησες νομιμοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νομιμοποίησε νομιμοποιήθηκε
εμείς — we νομιμοποιήσαμε νομιμοποιηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) νομιμοποιήσατε νομιμοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νομιμοποίησαν, νομιμοποιήσαν(ε) νομιμοποιήθηκαν, νομιμοποιηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω νομιμοποιήσει έχω νομιμοποιηθεί
εσύ — you έχεις νομιμοποιήσει έχεις νομιμοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει νομιμοποιήσει έχει νομιμοποιηθεί
εμείς — we έχουμε νομιμοποιήσει έχουμε νομιμοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε νομιμοποιήσει έχετε νομιμοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν νομιμοποιήσει έχουν νομιμοποιηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα νομιμοποιήσει είχα νομιμοποιηθεί
εσύ — you είχες νομιμοποιήσει είχες νομιμοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε νομιμοποιήσει είχε νομιμοποιηθεί
εμείς — we είχαμε νομιμοποιήσει είχαμε νομιμοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε νομιμοποιήσει είχατε νομιμοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν νομιμοποιήσει είχαν νομιμοποιηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα νομιμοποιώ θα νομιμοποιούμαι
εσύ — you θα νομιμοποιείς θα νομιμοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νομιμοποιεί θα νομιμοποιείται
εμείς — we θα νομιμοποιούμε θα νομιμοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα νομιμοποιείτε θα νομιμοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νομιμοποιούν(ε) θα νομιμοποιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα νομιμοποιήσω θα νομιμοποιηθώ
εσύ — you θα νομιμοποιήσεις θα νομιμοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νομιμοποιήσει θα νομιμοποιηθεί
εμείς — we θα νομιμοποιήσουμε θα νομιμοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα νομιμοποιήσετε θα νομιμοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νομιμοποιήσουν(ε) θα νομιμοποιηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω νομιμοποιήσει θα έχω νομιμοποιηθεί
εσύ — you θα έχεις νομιμοποιήσει θα έχεις νομιμοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει νομιμοποιήσει θα έχει νομιμοποιηθεί
εμείς — we θα έχουμε νομιμοποιήσει θα έχουμε νομιμοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε νομιμοποιήσει θα έχετε νομιμοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν νομιμοποιήσει θα έχουν νομιμοποιηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να νομιμοποιώ να νομιμοποιούμαι
εσύ — you να νομιμοποιείς να νομιμοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νομιμοποιεί να νομιμοποιείται
εμείς — we να νομιμοποιούμε να νομιμοποιούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να νομιμοποιείτε να νομιμοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νομιμοποιούν(ε) να νομιμοποιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να νομιμοποιήσω να νομιμοποιηθώ
εσύ — you να νομιμοποιήσεις να νομιμοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νομιμοποιήσει να νομιμοποιηθεί
εμείς — we να νομιμοποιήσουμε, να νομιμοποιήσομε να νομιμοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να νομιμοποιήσετε να νομιμοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νομιμοποιήσουν(ε) να νομιμοποιηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω νομιμοποιήσει να έχω νομιμοποιηθεί
εσύ — you να έχεις νομιμοποιήσει να έχεις νομιμοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει νομιμοποιήσει να έχει νομιμοποιηθεί
εμείς — we να έχουμε νομιμοποιήσει να έχουμε νομιμοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε νομιμοποιήσει να έχετε νομιμοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν νομιμοποιήσει να έχουν νομιμοποιηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: νομιμοποίησε (εσύ); νομιμοποιήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • νομιμοποιείτο and νομιμοποιούντο are learned imperfect variants.

Η απόφαση νομιμοποίησε τη διαδικασία.

The decision gave the procedure legal recognition.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — νομιμοποιώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/nomimopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /nomimopoio/