Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ειρωνεύομαι means to mock, speak sarcastically to or make ironic remarks about someone. Its middle endings have an active meaning.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ειρωνεύομαι |
| εσύ — you | ειρωνεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ειρωνεύεται |
| εμείς — we | ειρωνευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ειρωνεύεστε, ειρωνευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ειρωνεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ειρωνευόμουν(α) |
| εσύ — you | ειρωνευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ειρωνευόταν(ε) |
| εμείς — we | ειρωνευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ειρωνευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ειρωνεύονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ειρωνεύτηκα, ειρωνεύθηκα |
| εσύ — you | ειρωνεύτηκες, ειρωνεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ειρωνεύτηκε, ειρωνεύθηκε |
| εμείς — we | ειρωνευτήκαμε, ειρωνευθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ειρωνευτήκατε, ειρωνευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ειρωνεύτηκαν, ειρωνευθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ειρωνευτεί |
| εσύ — you | έχεις ειρωνευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ειρωνευτεί |
| εμείς — we | έχουμε ειρωνευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ειρωνευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ειρωνευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ειρωνευτεί |
| εσύ — you | είχες ειρωνευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ειρωνευτεί |
| εμείς — we | είχαμε ειρωνευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ειρωνευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ειρωνευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ειρωνεύομαι |
| εσύ — you | θα ειρωνεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ειρωνεύεται |
| εμείς — we | θα ειρωνευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ειρωνεύεστε, θα ειρωνευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ειρωνεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ειρωνευτώ, θα ειρωνευθώ |
| εσύ — you | θα ειρωνευτείς, θα ειρωνευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ειρωνευτεί, θα ειρωνευθεί |
| εμείς — we | θα ειρωνευτούμε, θα ειρωνευθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ειρωνευτείτε, θα ειρωνευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ειρωνευτούν(ε), θα ειρωνευθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ειρωνευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις ειρωνευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ειρωνευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ειρωνευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ειρωνευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ειρωνευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ειρωνεύομαι |
| εσύ — you | να ειρωνεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ειρωνεύεται |
| εμείς — we | να ειρωνευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ειρωνεύεστε, να ειρωνευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ειρωνεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ειρωνευτώ, να ειρωνευθώ |
| εσύ — you | να ειρωνευτείς, να ειρωνευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ειρωνευτεί, να ειρωνευθεί |
| εμείς — we | να ειρωνευτούμε, να ειρωνευθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ειρωνευτείτε, να ειρωνευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ειρωνευτούν(ε), να ειρωνευθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ειρωνευτεί |
| εσύ — you | να έχεις ειρωνευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ειρωνευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε ειρωνευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ειρωνευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ειρωνευτεί |
Imperative · Προστακτική
For continuing action, να ειρωνεύεσαι / να ειρωνεύεστε can be used. In everyday speech a negative request such as μη με ειρωνεύεσαι is more usual.
Simple: ειρωνεύσου (εσύ); ειρωνευτείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfect έχω ειρωνευτεί means “I have mocked”, not “I have been mocked”.
- The tables use ειρωνευτεί; the learned variant ειρωνευθεί and past ειρωνεύθηκα are also used.
- ειρωνευόμενος, -η, -ο describes someone making ironic remarks; it does not mean the person being mocked.
Μη με ειρωνεύεσαι.
Do not mock me.
Τον ειρωνεύτηκε για την απάντησή του.
She mocked him for his answer.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ειρωνεύομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eironeuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/eironeuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.