Eisago

Eisago

ΕΙΣΑΓΩ
I introduce
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
εισάγω εισάγουμε, εισάγομε εισάγομαι εισαγόμαστε
εισάγεις εισάγετε εισάγεσαι εισάγεστε, εισαγόσαστε
εισάγει εισάγουν(ε) εισάγεται εισάγονται
Imper
fect
εισήγα εισήγαμε εισαγόμουν(α) εισαγόμαστε
εισήγες εισήγατε εισαγόσουν(α) εισαγόσαστε
εισήγε εισήγαν εισαγόταν(ε) εισάγονταν
Aorist εισήγαγα εισηγάγαμε (εισάχθηκα) (εισαχθήκαμε)
εισήγαγες εισηγάγατε (εισάχθηκες) (εισαχθήκατε)
εισήγαγε εισήγαγαν (εισάχθηκε) εισήχθη (εισάχθηκαν) εισήχθησαν
Per
fect
έχω εισαγάγει έχουμε εισαγάγει έχω εισαχθεί έχουμε εισαχθεί
έχεις εισαγάγει έχετε εισαγάγει έχεις εισαχθεί έχετε εισαχθεί
έχει εισαγάγει έχουν εισαγάγει έχει εισαχθεί έχουν εισαχθεί
Plu
per
fect
είχα εισαγάγει είχαμε εισαγάγει είχα εισαχθεί είχαμε εισαχθεί
είχες εισαγάγει είχατε εισαγάγει είχες εισαχθεί είχατε εισαχθεί
είχε εισαγάγει είχαν εισαγάγει είχε εισαχθεί είχαν εισαχθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα εισάγω θα εισάγουμε, θα εισάγομε θα εισάγομαι θα εισαγόμαστε
θα εισάγεις θα εισάγετε θα εισάγεσαι θα εισάγεστε, θα εισαγόσαστε
θα εισάγει θα εισάγουν(ε) θα εισάγεται θα εισάγονται
Simp
Fut
θα εισηγάγω θα εισηγάγουμε, θα εισηγάγομε θα εισαχθώ θα εισαχθούμε
θα εισαγάγεις θα εισηγάγετε θα εισαχθείς θα εισαχθείτε
θα εισαγάγει θα εισηγάγουν(ε) θα εισαχθεί θα εισαχθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω εισαγάγει θα έχουμε εισαγάγει θα έχω εισαχθεί θα έχουμε εισαχθεί
θα έχεις εισαγάγει θα έχετε εισαγάγει θα έχεις εισαχθεί θα έχετε εισαχθεί
θα έχει εισαγάγει θα έχουν εισαγάγει θα έχει εισαχθεί θα έχουν εισαχθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να εισάγω να εισάγουμε, να εισάγομε να εισάγομαι να εισαγόμαστε
να εισάγεις να εισάγετε να εισάγεσαι να εισάγεστε, να εισαγόσαστε
να εισάγει να εισάγουν(ε) να εισάγεται να εισάγονται
Aorist να εισηγάγω να εισηγάγουμε, να εισηγάγομε να εισαχθώ να εισαχθούμε
να εισαγάγεις να εισηγάγετε να εισαχθείς να εισαχθείτε
να εισαγάγει να εισηγάγουν(ε) να εισαχθεί να εισαχθούν(ε)
Perf να έχω εισαγάγει να έχουμε εισαγάγει να έχω εισαχθεί να έχουμε εισαχθεί
να έχεις εισαγάγει να έχετε εισαγάγει να έχεις εισαχθεί να έχετε εισαχθεί
να έχει εισαγάγει να έχουν εισαγάγει να έχει εισαχθεί να έχουν εισαχθεί
Imper
ative
Pres εισάγετε εισάγεστε
Aorist εισαγάγετε εισαχθείτε
Part
iciple
Pres εισάγοντας εισαγόμενος
Perf έχοντας εισαγάγει (εισαγμένος, -η, -ο) (εισαγμένοι, -ες, -α)
Infin Aorist εισαγάγει εισαχθεί


2017-03-22T01:54:49+00:00